Ένα σύντομο αφιέρωμα στην μνήμη του Istvan Meszaros

Mεταφράζουν οι Γιάννης Σαλάπας και Χάρης Ζαφειρόπουλος για τις Αναιρέσεις #31

«[…] Ο Μέτζαρος δεν είναι απλώς ένας ακαδημαϊκός φιλόσοφος. Στο έργο του λειτουργούν διαλεκτικά – δημιουργικά η γνώση της οικονομίας, της κοινωνιολογίας και η φιλοσοφία. Το έργο του, που υπερκαλύπτει τα πλέον υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια, δεν είναι «ακαδημαϊκό» με την τρέχουσα έννοια του όρου. Προϊόν ακατάπαυστης θεωρητικής αναζήτησης και ταυτόχρονης συμμετοχής στο κοινωνικό κίνημα της εποχής μας, αποκαλύπτει τις ασυμφιλίωτες, ανταγωνιστικές αντιθέσεις του σημερινού σταδίου του καπιταλισμού, ενώ ταυτόχρονα ανιχνεύει τις προϋποθέσεις για υπέρβαση της σημερινής βαρβαρότητας, μέσα από μια μακρά επαναστατική διαδικασία με ορίζοντα την παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία. Η βαθιά φιλοσοφική παιδεία και η αταλάντευτη όρασή του από τη σκοπιά της εργατικής τάξης επιτρέπουν στον Μέτζαρος να δει πέρα από το σκοτεινό ορίζοντα της εποχής μας, χωρίς να προσφέρει συνταγές εύκολης δήθεν αγωνιστικής αισιοδοξίας. Ο κομμουνισμός και για τον Ούγγρο φιλόσοφο είναι μια δυνατότητα του σημερινού κόσμου. Η άλλη είναι η κεφαλαιοκρατική βαρβαρότητα ή, ακόμα, η αυτοκαταστροφή του ανθρωπίνου είδους. Μακριά από τη διάχυτη απαισιοδοξία αλλά και την αφελή αισιοδοξία, το έργο του Μέτζαρος συμβάλλει στην κατανόηση των αντιθέσεων και των δυνατοτήτων του σημερινού κόσμου και, συνεπώς, θεμελιώνει μια έλλογη αισιοδοξία, υπερβαίνοντας τόσο το φαταλισμό του έκπτωτου μαρξισμού όσο και τις δήθεν θεωρίες του τέλους της ιστορίας, δηλαδή της αιωνιότητας του καπιταλισμού …»  

Ευτύχης Μπιτσάκης (1999), Σημείωμα για το αφιέρωμα στον István Mészáros,  Ουτοπία: διμηνιαία έκδοση θεωρίας και πολιτισμού (37), σ. 23-25.    

Ο István Mészárosένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές και πολιτικούς φιλόσοφους της εποχής μας, πέθανε την 1η Οκτώβρη του 2017. Όπως και το άρθρο αυτό θα αναδείξει ήταν ένας από τους πρώτους μαρξιστές που αναγνώρισαν την περιβαλλοντική κρίση σαν κεντρική αντίφαση του σύγχρονου καπιταλισμού.  Το 1970, του απονεμήθη το βραβείο “Deutscher Memorial Prize” για το βιβλίο του «H θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση». Παρακάτω παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την ομιλία που παρέδωσε στην τελετή απονομής τον Ιανουάριο του 1971, όπως παρατίθεται στην ιστοσελίδα Climate and capitalism. 

Καπιταλισμός και οικολογική καταστροφή 

του István Mészáros 

Μια δεκαετία πριν οι Walt Rostow[1] αυτού του κόσμου κήρυτταν με κάθε αυτοπεποίθηση την καθολική υιοθέτηση του αμερικανικού μοντέλου, της «υψηλής μαζικής κατανάλωσης» [2] στο διάστημα ενός μόλις αιώνα. Δεν διανοήθηκαν καν να κάνουν τους βασικούς, αλλά φυσικά απαραίτητους, υπολογισμούς που θα τους έδειχναν ότι στην περίπτωση της πραγματικής παγκοσμιοποίησης αυτού του μοντέλου —για να μην αναφερθούμε καν στην οικονομική, κοινωνική, και πολιτική ατοπία μιας τέτοιας ιδέας— τα φυσικά αποθέματα αυτού του πλανήτη θα εξαντλούνταν πολύ πριν το τέλος του αιώνα, αρκετές φορές μάλιστα. Στην τελική, εκείνες τις μέρες οι πολιτικοί και τα think tanks τους δεν ακολουθούσαν την μόδα της οικολογίας αλλά ενθουσιάζονταν με αποστειρωμένες διαστημικές κάψουλες αστροναυτικού και στρατιωτικού ενδιαφέροντος. Τίποτα δεν φαινόταν τότε τόσο μεγάλο, τόσο μακρινό, και τόσο δύσκολο σε αυτούς που πίστευαν — η θέλανε να μας κάνουν να πιστέψουμε— στην θρησκεία της τεχνολογικής παντοδυναμίας ή σε ένα σενάριο τύπου Space Odyssey [3] στο άμεσο μέλλον.  

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει αυτή την δεκαετία. Η αλαζονεία της στρατιωτικής ισχύος δέχτηκε ισχυρά χτυπήματα και στο Βιετνάμ αλλά και στην Κούβα και σε άλλα μέρη του «αμερικάνικου» ημισφαιρίου. Οι δυναμικές στις διεθνείς σχέσεις έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές, με την τεράστια ανάπτυξη της Κίνας και της Ιαπωνίας αρχικά, γελοιοποιώντας τους όμορφα νοικοκυρεμένους υπολογισμούς των ειδικών, που τώρα όχι μόνο έχουν να εφεύρουν ένα εντελώς νέου τύπου σκάκι πολλών παιχτών αλλά και τα δημιουργήματα πρόθυμα να το παίξουν, όσο ριψοκίνδυνο και αν είναι. Η «κοινωνία της αφθονίας» αποδείχθηκε τελικά «κοινωνία της αποπνικτικής ροής της παραγωγής» και η υποτιθέμενη παντοδύναμη τεχνολογία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει ούτε καν την ανάπτυξη των αρουραίων στα γκέτο των αφροαμερικάνων. Ούτε η θρησκεία του Space Odyssey έφερε καλύτερα αποτελέσματα, ακόμη και με τα υπέρογκα ποσά που επενδύονται σε αυτή: ακόμη και ο περίφημος DrWerner von Braun αναγκάστηκε να συνδέσει τελευταία την επιθυμία του για τα αστέρια με την «ανιαρή» μόδα της μόλυνσης (χωρίς μεγάλη επιτυχία προς το παρόν). 

«Ο θεός που απέτυχε» στην εικόνα της παντοδύναμης τεχνολογίας τώρα ρετουσάρεται και λανσάρεται εκ νέου κάτω από το πέπλο της παγκόσμιας ανησυχίας για το περιβάλλον. Δέκα χρόνια πριν, η οικολογία θα είχε αγνοηθεί  ή θα είχε απορριφθεί σαν κάτι παντελώς άσχετο. Σήμερα με τρόπο γκροτέσκο παραμορφώνεται  και υπερθεματίζεται μονόπλευρα ώστε οι άνθρωποι –αρκούντως εντυπωσιασμένοι από τον βιβλικό τόνο στα οικολογικά κηρύγματα– να αποπροσανατολίζονται με επιτυχία από τα φλέγοντα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Αφρικανοί, ασιάτες και λατινοαμερικάνοι (ειδικά οι τελευταίοι) δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται κατά βούληση –ούτε καν κατά βούληση του Θεού, αν είναι καθολικοί– γιατί αυτή η έλλειψη εγκράτειας ίσως έχει σαν αποτέλεσμα «αφόρητες περιβαλλοντικές εντάσεις». Αυτό σημαίνει πραγματικά, για να το πούμε με δύο λόγια, ότι ίσως θέσει σε κίνδυνο ακόμη και τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις ισχύος, την αυτοκρατορία του κεφαλαίου. Παρομοίως, ο κόσμος πρέπει να ξεχάσει τα αστρονομικά ποσά για εξοπλισμούς και να δεχτούν μετρήσιμες περικοπές στον τρόπο ζωής τους, για να καλυφθεί το κόστος της «περιβαλλοντικής επανόρθωσης»: αυτό το κόστος είναι, πολύ απλά, το κόστος ώστε να διατηρείται καλολαδωμένο και σε άριστη κατάσταση το σύστημα που ολοένα εξαπλώνει την μόλυνση. Για να μην αναφέρουμε και το επιπλέον «δωράκι», υπό το πρόσχημα της «ανθρώπινης επιβίωσης», να πληρώνει ο κόσμος την επιβίωση ενός συστήματος που παλεύει να αντιμετωπίσει τις ανεπάρκειες που προκύπτουν από έναν αναπτυσσόμενο διεθνή ανταγωνισμό και από μια αυξανόμενη μετατόπιση υπέρ των παρασιτικών τομέων μέσα στη δική του δομή παραγωγής. 

                                  —- 

Το ότι ο καπιταλισμός, αντιμετωπίζει την οικολογία με αυτόν τον δικό του τρόπο, δε θα έπρεπε να μας εκπλήσσει στο ελάχιστο: δε θα ήταν τίποτα λιγότερο από ένα μικρό θαύμα αν τον αντιμετώπιζε διαφορετικά άλλωστε. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτού του ζητήματος προς όφελος του «σύγχρονου βιομηχανικού κράτους» –όπως γλαφυρά θα περιέγραφε κι ο καθηγητής Galbraith[4] – δεν σημαίνει ότι μπορούμε να το αγνοήσουμε. Κι αυτό γιατί το ίδιο το πρόβλημα είναι αρκετά αληθινό, ανεξάρτητα από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται από τις κυρίαρχες τάξεις στο σήμερα. 

Πράγματι, ήταν αληθινό εδώ και αρκετό καιρό, παρόλο που, για λόγους σύμφυτους με την αναγκαιότητα της καπιταλιστικής μεγέθυνσης, λίγοι το είχαν διαπιστώσει. Ο Μαρξ ωστόσο –και αυτό θα έπρεπε να ακούγεται απίστευτο μόνο σε όσους τον έχουν επανειλημμένα κατηγορήσει ως «ανεπανόρθωτα άσχετο ιδεολόγο που σφράγισε τον 19ο αιώνα» – αντιλήφθηκε το ζήτημα στις διαστάσεις της πραγματικής κοινωνικοοικονομικής του σημασίας, περισσότερο από 125 χρόνια πριν. 

Στην κριτική του προς την αφηρημένη και ιδεαλιστική ρητορική του Φόυερμπαχ για τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ο Μαρξ έγραφε:  

«Ο Φόυερμπαχ… πάντοτε καταφεύγει στην εξωτερική φύση, και μάλιστα στη φύση που δεν έχει ακόμα υποταχθεί στους ανθρώπους. Αλλά κάθε καινούρια ανακάλυψη, κάθε πρόοδος της βιομηχανίας, αποσπάει κι ένα άλλο κομμάτι απ’ αυτήν την περιοχή, έτσι που διαρκώς περιορίζεται το έδαφος που παρέχει παραδείγματα που επαληθεύουν τις τέτοιες προτάσεις του Φόυερμπαχ. Η «ουσία» του ψαριού – για να επαναλάβουμε τη θέση του Φόυερμπαχ – είναι η «ύπαρξή του», το νερό. Η «ουσία» του ψαριού του ποταμού είναι το νερό του ποταμού. Αλλά το τελευταίο παύει να είναι η ουσία του ψαριού και δεν είναι πια κατάλληλο περιβάλλον για την ύπαρξή του από τη στιγμή που ο ποταμός αρχίζει να εξυπηρετεί τη βιομηχανία, από τη στιγμή που μολύνεται με χρώματα και άλλα απορρίμματα και τον διαπλέουν ατμόπλοια, ή από τη στιγμή που το νερό του διοχετεύεται σε κανάλια, όπου η απλή αποξήρανση μπορεί να στερήσει το ψάρι από το περιβάλλον της ύπαρξής του.» [5] 

Αυτή λοιπόν είναι η προσέγγιση του ζητήματος από τον Μαρξ στις αρχές του 1840. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε πως κατηγορηματικά αρνήθηκε την πρόταση πως τέτοιες εξελίξεις είναι αναπόφευκτα εγγενείς στην «ανθρώπινη δυσχέρεια» και ότι, ως εκ τούτου, το πρόβλημα είναι το πώς μπορούμε να συμβιβαστούμε με αυτές στην καθημερινή μας ζωή. Έχει ήδη συνειδητοποιήσει τότε πως αναγκαία προϋπόθεση για τον αποτελεσματικό έλεγχο των δυνάμεων της φύσης –οι οποίες τίθενται σε κίνηση με έναν τυφλό και τελικά αυτοκαταστροφικό τρόπο από την κυρίαρχη, αλλοτριωμένη και επιβεβαιωμένη μορφή ανθρώπινης ανταλλαγής και ελέγχου– αποτελεί ο ριζικός μετασχηματισμός ακριβώς αυτού του κυρίαρχου τρόπου ανθρώπινης ανταλλαγής και ελέγχου. Δεν είναι λοιπόν να αναρωτιέται κανείς για το γεγονός ότι, για τους σημερινούς απολογητές του κυρίαρχου συστήματος, η προφητική σκέψη του Μαρξ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά «στενόμυαλος αναχρονισμός». 

                                                                                —- 

 Το να πούμε ότι «το κόστος καθαρισμού του περιβάλλοντος πρέπει τελικά να καλυφθεί από την κοινότητα» είναι και μια προφανής κοινοτοπία και μια χαρακτηριστική υπεκφυγή — αν και οι πολιτικοί που υπερθεματίζουν γύρω από αυτό, φαίνεται να πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει τη φιλοσοφική λίθο. Φυσικά είναι πάντα η κοινότητα των παραγωγών που πληρώνει το κόστος των πάντων. Αλλά το γεγονός ότι πάντοτε πρέπει να καλύπτεται το κόστος δεν σημαίνει τουλάχιστον ότι μπορεί πάντα (η κοινότητα) να το κάνει. Πράγματι, δεδομένου του κυρίαρχου τρόπου αλλοτριωμένου κοινωνικού ελέγχου, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα μπορέσει να το καλύψει. 

Επιπλέον, το να υποδείξουμε ότι τα ήδη τρομαχτικά κόστη πρέπει να καλυφθούν με την «συνειδητή κατάργηση ενός μέρους των πόρων που προέρχονται από την πρόσθετη ανάπτυξη» δεδομένης της περιόδου μηδενικής ανάπτυξης –σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας και τον αυξανόμενο πληθωρισμό–  είναι χειρότερο από την κενή ρητορική του Φόυερμπαχ. Για να μην αναφέρουμε τα πρόσθετα, εγγενή προβλήματα που είναι απαραίτητα για την αύξηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. 

Επιπρόσθετα, το ότι «αυτή τη φορά η ανάπτυξη θα είναι ελεγχόμενη» δεν έχει απολύτως καμία βάση. Γιατί το ζήτημα δεν είναι το αν παράγουμε κάτω από κάποιον έλεγχο, αλλά κάτω από τι είδους έλεγχο — μιας και το πώς έχουν τα πράγματα για την ώρα, έχει διαμορφωθεί υπό τον σιδερένιο έλεγχο του κεφαλαίου και αποτελεί μια κατάσταση που οι πολιτικοί μας οραματίζονται να παραμείνει η θεμελιώδης ρυθμιστική δύναμη της ζωής μας και στο μέλλον. 

Τέλος, το να πούμε ότι «η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματά μας μακροπρόθεσμα» είναι πολύ χειρότερο από το να πιστεύει κανείς στη μαγεία — κι αυτό γιατί αυτή η λογική έχει την τάση να αγνοεί την καταστροφική κοινωνική ενσωμάτωση της σημερινής επιστήμης και τεχνολογίας. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα δεν είναι το εάν χρησιμοποιούμε την επιστήμη και την τεχνολογία για την επίλυση των προβλημάτων μας  –κάτι που προφανώς και πρέπει να κάνουμε– αλλά το αν θα κατορθώσουμε να αλλάξουμε ριζικά την κατεύθυνσή τους, η οποία για την ώρα προσδιορίζεται και οριοθετείται στενά από τις ανάγκες της μεγιστοποίησης του κέρδους. 

Αυτοί είναι και οι λόγοι που δεν μπορούμε παρά να είμαστε σκεπτικοί με την μέχρι και τώρα ανάθεση αυτών των ερωτημάτων σε διάφορα ευαγή ιδρύματα. Τα βουνά κυοφορούν, μα η γέννα είναι ένα ποντίκι[6]: Τα υπεριδρύματα της οικολογικής εποπτείας αποδεικνύονται μικρά στα κατορθώματα και μεγάλα στα λόγια για το πόσο τα χρειαζόμαστε. Ένα το όνομα που τους ταιριάζει: Υπουργείο Προστασίας των Μικροαστικών Ανέσεων. 

 

Παραπομπές:                  

[1](1916-2003): Αμερικάνος οικονομολόγος και θεωρητικός που υπηρέτησε ως ειδικός βοηθός για θέματα εθνικής ασφαλείας υπό τον πρόεδρο Lyndon B. Johnson το διάστημα 1966–1969. Ξεχώρισε για τον ρόλο του στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην ΝΑ Ασία την δεκαετία του 60, ήταν αφοσιωμένος αντικομμουνιστής, είχε βαθειά πίστη στην αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς και υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις τον πόλεμο του Βιετνάμ. Είναι γνωστός για το βιβλίο του “ στάδια της οικονομικής ανάπτυξης: Ένα μη Κομμουνιστικό Μανιφέστο” (“The Stages of Economic Growth: A Non-Communist Manifesto, 1960). 

[2]Είναι το 5ο και τελικό στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης κατά Rostow.Χαρακτηρίζεται ως η εποχή των ανέσεων στα δυτικά κράτη. Πρώτα θεωρείται ότι έφτασαν σε αυτό το στάδιο οι ΗΠΑ, μετά τα ευρωπαϊκά κράτη και έπειτα η Ιαπωνία. 

[3] 2001: A Space Odyssey: Ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1968 του Stanley Kubrick. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από θέματα όπως η ανθρώπινη εξέλιξη, η τεχνητή νοημοσύνη και η εξωγήινη ζωή. 

[5] John Galbraith, (1908 – 2006): Αμερικάνος, γεννημένος στον Καναδά οικονομολόγος, δημόσιος λειτουργός σε μια σειρά προέδρων  και διπλωμάτης, ηγετική φυσιογνωμία για τον αμερικάνικο φιλελευθερισμό του 21ου αιώνα. Έχει χαρακτηριστεί και ως μετα-κενσυανός. 

[5] Μαρξ και Ένγκελς, «Η γερμανική ιδεολογία», Τόμος Α, σ. 93 

[6] Ο τοκετός του βουνού είναι ένας από τους μύθους του Αισώπου. Χρησιμοποιούνταν συχνά στην Κλασσική εποχή και χρησιμοποιείται ακόμη για να δείξει μια κατάσταση που, αν και πολλά υποσχόμενη, εν τέλει δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. 

 

To κείμενο στην αρχική μορφή του πριν μεταφραστεί διατίθεται στην παρακάτω διεύθυνση: http://climateandcapitalism.com/2017/10/02/istvan-meszaros-capitalism-and-ecological-destruction/