Ρομάν Πολάνσκι – Το χρονικό μιας καταδίκης που φέρνει την κουλτούρα του βιασμού στο προσκήνιο

 

 της Έφης Καραχάλιου


Ο Ρομάν Πολάνσκι, ο σκηνοθέτης των κλασσικών πια ταινιών «Ο Πιανίστας» και «Το Μωρό της Ρόζμαρι», ανήκει στην κατηγορία καλλιτεχνών που οι προσωπικές τους επιλογές τείνουν να επισκιάσουν μια σημαντική καριέρα. Καταδικασμένος από το 1977 για τον βιασμό της ανήλικης Σαμάνθα Γκέιμερ -μια κατηγορία στην οποία είχε δηλώσει ένοχος για σεξ με ανήλικο- του έχει απαγορευτεί έκτοτε η είσοδος στις ΗΠΑ. Με τα έργα του, άλλοτε περισσότερο ή λιγότερο, εκμεταλλευόταν πάντα το βήμα που του δίνονταν για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ωστόσο με την τελευταία του ταινία φαίνεται να ξεπέρασε τα όρια και μοιάζει να βρίσκεται αντιμέτωπος με παγκόσμια κατακραυγή.

Το ιστορικό πλαίσιο

Η νέα ταινία με τίτλο «Κατηγορώ» είναι μια ακόμη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του σκανδάλου Ντρέιφους που συγκλόνισε την Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελώντας μια από τις πιο διάσημες περιπτώσεις κακοδικίας στην ιστορία. Ο τίτλος μάλιστα αφορμάται από την ομότιτλη επιστολή που δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «L’ Aurore» ο συγγραφέας Εμίλ Ζολά απευθυνόμενος στον Γάλλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και υπερασπιζόμενος τον λοχαγό Αλφρέντ Ντρειφούς. Η καταδίκη του σε ισόβια κι εξορία με την κατηγορία της κατασκοπείας, δίχασε την ακαδημαϊκή κοινότητα (και όχι μόνο) της εποχής του, ενώ επέφερε και στον Εμίλ Ζολά πρόστιμο μαζί με ένα χρόνο φυλάκισης. Πέρα από την προφανή κριτική στο σύστημα δικαιοσύνης, θίγεται επίσης το ζήτημα του αντισημιτισμού, καθώς ο λοχαγός έτυχε να ήταν εβραϊκής καταγωγής. Είναι γεγονός ότι η Γαλλία στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής πιεζόταν από την ασφυκτική συμμαχία της γειτονικής και ανερχόμενης Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας, ενώ παράλληλα είχε απομονωθεί από την Μεγάλη Βρετανία. Παράλληλα, η κυβέρνηση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας μαστίζονταν από οικονομικά σκάνδαλα και ατασθαλίες, την ίδια στιγμή που προσπαθούσε να αποκαταστήσει την «ηθική τάξη», δηλαδή την κυριαρχία της σε όλα τα επίπεδα, μετά την αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας. Επομένως, ο γαλλικός λαός εναπόθεσε όλες τις ελπίδες για εθνική ανάταση και προστασία στον στρατό, δεδομένης και της συνεχόμενης απειλής του πολέμου. Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί το έντονο ενδιαφέρον των Γάλλων για τον στρατό τους και για καθετί που συνέβαινε σ’ αυτόν και ειδικότερα αν άκουγαν για προδοσία ή σύλληψη πράκτορα.

Αναλογίες με το σήμερα

Ο Ρομάν Πολάνσκι, όντας εβραίος και εξόριστος από τις ΗΠΑ, αποτελεί μια αυτοανακύρηξη ενός σύγχρονου Ντρέιφους. Στην ταινία χτίζει δυναμικά ένα δημόσιο «Κατηγορώ» προς τους επικριτές του, ξετυλίγοντας την ιστορία από την πλευρά όχι του Ντρέιφους όπως θα περιμέναμε, αλλά του αντισυνταγματάρχη Ζορζ Πικάρ, του άνδρα που βοήθησε στην σύλληψή του Ντρέιφους, αλλά τελικά μαθαίνοντας την αλήθεια, προσπαθεί να τον αθωώσει. Έτσι ο πρωταγωνιστής παρουσιάζεται ως ένας ενάρετος άντρας που υπηρετεί τα εθνικά ιδεώδη της Γαλλικής Δημοκρατίας με κάθε κόστος και παραμένει ηθικά ακέραιος, ακόμα και όταν αποδεικνύεται το λάθος του. Χωρίς να τον ηρωοποιεί τόσο, δείχνει πως ήταν ένας άνθρωπος με ατέλειες, επηρεασμένος από τον διάχυτο αντισημιτισμό της εποχής του και περνώντας το μήνυμα ότι ηθικοί άνθρωποι, αν φανατιστούν μετατρέπονται σε έναν άξεστο, μανιασμένο όχλο-σαν την κοινότητα των σόσιαλ μίντια που τον αποδοκίμασε. Αυτή είναι η εικόνα που θα ήθελε να σχηματίσει η κοινή γνώμη για το πρόσωπό του, οπότε αφιερώνει ένα ολόκληρο κινηματογραφικό πρότζεκτ για να ικανοποιήσει την ματαιοδοξία του και να περισώσει την δημόσια εικόνα του. Στα πιο τεχνικά, η ταινία είναι καλογυρισμένη όπως θα περίμενε κανείς από μια μεγάλη παραγωγή με εξίσου μεγάλα ονόματα του γαλλικού σινεμά (Ζαν Ντιζαρντέν, Λουί Γκαρέλ, Ματιέ Αμαλρίκ, Ολιβιέ Γκουρμέ και η σύζυγος του Πολάνσκι Εμανουέλ Σενιέ) ωστόσο βγάζει ένα αποστειρωμένο, ακαδημαϊκό στυλ που γίνεται στρυφνό και πεζό σε αρκετά σημεία. Στην τελική, οι όποιες υποψηφιότητες και νίκες σε βραβεία οφείλονται κυρίως στο καλό καστ και τις τεχνικές κατηγορίες(ειδικά τα κουστούμια) ενώ συνολικά μιλάμε για μια μέτρια ταινία με καλές προδιαγραφές που καταναλώνεται από μικροαστικό μεσήλικο κοινό.

Μαζικές παραιτήσεις και δημόσια κατακραυγή

Αρχές Νοέμβρη αποκαλύφθηκε άλλη μια υπόθεση βιασμού στη γαλλική εφημερίδα Le Perisien. Η Γαλλίδα ηθοποιός Βαλεντίν Μονιέ κατηγόρησε τον Ρομάν Πολάνσκι ότι την βίασε όταν ήταν 18 χρονών στο σαλέ του στην Ελβετία το 1975. Η ίδια εφημερίδα αναφέρει μάλιστα ότι επιβεβαίωσε το συγκεκριμένο περιστατικό και με αρκετά άτομα στα οποία μίλησε η Μονιέ για τον βιασμό της λίγο μετά αφότου έγινε. Παράλληλα, δικαστής των ΗΠΑ εμπόδισε τον Πολάνσκι από το να ξανακάνει αιτήσεις για αναίρεση της εξορίας του και η Αμερικανική Ακαδημία που έχει βραβεύσει τον Ρόμαν Πολάνσκι με Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τον «Πιανίστα», τον διαγράφει από τις λίστες της. Παρά την αποδοκιμασία από τους συναδέλφους του στις ΗΠΑ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η γαλλική επιτροπή των Βραβείων Σεζάρ ανακοινώνει 12 υποψηφιότητες για την ταινία, σε όλες τις σημαντικές κατηγορίες, όπως έγινε και στα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου στις 7 Δεκεμβρίου στο Βερολίνου. Εξαιτίας όμως του απόηχου της νέα καταγγελίας, ο Ζαν Ντιζαρντέν, πρωταγωνιστής του «Κατηγορώ» ακύρωσε τηλεοπτική του εμφάνιση, ενώ  ο Ρόμαν Πολάνσκι, αλλά και οι ηθοποιοί του, δεν παρευρέθηκαν στην απονομή. Μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή, ο Πολάνσκι δεν θα παρευρισκόταν δια ζώσης ούτε στα Βραβεία Σεζάρ που έγιναν την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου. Επίσης το ΔΣ των Βραβείων παραιτήθηκε μαζικά λίγες μέρες πριν την απονομή, προσπαθώντας να αποφύγει το όποιο ηθικό ή καλλιτεχνικό πλήγμα.

Κατά την διάρκεια της τελετής, έξω από την αίθουσα διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις διαδήλωναν κατά του Πολάνσκι και της βράβευσής του, με συνθήματα «Φυλακίστε τον Πολάνσκι», «Ο Πολάνσκι βιαστής, ο κινηματογράφος ένοχος, το κοινό συνεργός» και «Ντροπή για μια βιομηχανία που προστατεύει τους βιαστές». Η Αντέλ Ενέλ, υποψήφια για το Σεζάρ Καλύτερου Γυναικείου Ρόλου για το «Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται» της Σελίν Σιαμά, αποτελεί μια από τις διάσημες που επέλεξαν να τοποθετηθούν ανοιχτά εναντίον του. Όντας και η ίδια θύμα βιασμού από άλλο σκηνοθέτη στα 12 της, την ώρα της απονομής του βραβείου Καλύτερου Σκηνοθέτη αποχώρησε από την αίθουσα και συναντήθηκε έξω με τις διαδηλώτριες. Σε μια πολιτικότατη δήλωση ανέφερε ότι: «Αναγνωρίζοντας τον Πολάνσκι είναι σαν να φτύνεις στο πρόσωπο όλων των θυμάτων. Σημαίνει πως το να βιάζει κάποιος γυναίκες δεν είναι τόσο κακό», δήλωσε η ηθοποιός και συνέχισε λέγοντας «όταν κυκλοφόρησε η ταινία “Κατηγορώ…!” ακούσαμε φωνές για λογοκρισία. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο – είναι το να επιλέγει ο καθένας ποιον προωθεί. Και για να καταλαβαινόμαστε οι πλούσιοι, ηλικιωμένοι, λευκοί άντρες έχουν στα χέρια τους όλες τις διόδους επικοινωνίας. Όχι, η πραγματική λογοκρισία στην γαλλική κινηματογραφική βιομηχανία είναι πως μερικοί άνθρωποι υποφέρουν από την αφάνεια. Που είναι οι μαύροι ηθοποιοί στις ταινίες; Οι μαύροι σκηνοθέτες; Υπάρχουν εξαιρέσεις βέβαια όπως ο Λατζ Λι [ο σκηνοθέτης της ταινίας “Οι Αθλιοι”], όπου η ταινία του ήταν τεράστια επιτυχία, ή η Μάτι Ντίοπ [σκηνοθέτης της ταινίας “Atlantics”], αλλά δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα στην γαλλική κινηματογραφική βιομηχανία. Παραμένουν η μειονότητα. Για την ώρα, οι περισσότερες ιστορίες έχουν μια πιο κλασική λευκή, αρσενική, ετεροφυλόφιλη άποψη.»

Τέτοιες περιπτώσεις εγείρουν συχνά την κουβέντα για το κατά πόσο διαχωρίζεται ο δημιουργός από το έργο του. Η ίδια συζήτηση βαραίνει και τον Γούντι Άλεν που απέρριψε εκ νέου τις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης που έχει διατυπώσει σε βάρος του η θετή του κόρη Ντίλαν Φάροου. Το κίνημα #metoo που ξεκίνησε στους κόλπους της βιομηχανίας του Χόλιγουντ, παρά τις όποιες θολές, διαταξικές διατυπώσεις που ανήκουν στον αστικό φεμινισμό, κέρδισε την καταδίκη του παραγωγού Χάρβεϊ Γουαϊνστάιν, που είχε κατηγορηθεί για σεξουαλικά ανταλάγματα προκειμένουν να προσλάβει τις ηθοποιούς στην εταιρεία του. Η υπόθεσή του άνοιξε με χειραφετητικό τρόπο ζήτημα του βιασμού στον δημόσιο λόγο καθώς με το hashtag #MeToo στο Twitter, γυναίκες και άνδρες από όλο τον κόσμο μοιράστηκαν τις προσωπικές τους εμπειρίες ή δήλωσαν συμπαράσταση σε θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, αναβαθμίζοντας την βαρύτητα του συνθήματος «χωρίς συναίνεση είναι βιασμός».