ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

του Έκτορα Δελαστίκ

Πίσω από τις λέξεις κρύβονται συχνά έννοιες ουσιαστικές, καθώς και ζητήματα τα οποία έχουν μακρά παράδοση συζήτησης και διαφωνίας. Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και ο βιολογικός ντετερμινισμός, τον οποίο θα εξετάσουμε σε αυτό το άρθρο. Εν πολλή συντομία, θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε ως μία ομπρέλα θεωριών περί του ότι από το βιολογικό παράγοντα (είτε αυτός είναι τα γονίδια, είτε οι «έμφυτες ορμές», είτε τα βιολογικά ένστικτα) μπορούμε να προδιαγράψουμε κοινωνικές συμπεριφορές ή και την εξέλιξη του κάθε συγκεκριμένου ατόμου.

Πλαίσια εργασίας

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να θέσουμε όμως μερικά πλαίσια εργασίας. Στην ουσία πρόκειται για μία συστάδα θεωριών, πολλές μάλιστα εφαρμοζόμενες σε διαφορετικά πεδία, από την εξωτερική πολιτική μέχρι το εκπαιδευτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως πιο πρόσφορο είναι να εξετάσουμε τον κοινό τους πυρήνα, ώστε να μην υποπέσουμε σε μία περιπτωσιολογία που απλά θα μπερδεύει τον αναγνώστη χωρίς να προσφέρει τίποτα το σημαντικό. Αυτό σημαίνει πως θα ξεκινήσουμε και από μία ιστορική αναδρομή και πως θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε ένα σημείο στο οποίο οι επιμέρους θεωρίες να εντάσσονται στην ανάλυσή μας απλώς εντάσσοντας τις επιμέρους λεπτομέρειές τους.

Δεύτερον, θεωρούμε πως αυτή η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από τα γεγονότα και τη μέχρι στιγμής κατανόηση που έχουμε για το φυσικό κόσμο, τη βιολογία και την κοινωνία. Αυτό ως πορεία διακριτή και πολλές φορές αντίθετη από την προσέγγιση τέτοιων θεμάτων στη βάση του τί ηθική και τί δομή κοινωνίας προσφέρει η μία ή η άλλη απάντηση. Αυτό δεν το κάνουμε από υποτίμηση μιας τέτοιας συζήτησης, αλλά λόγω του ότι η επιστημονική μελέτη της κοινωνίας ξεκινά από τα επιβεβαιώσιμα δεδομένα τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας, κι όχι από τα συμπεράσματα στα οποία θέλουμε να φτάσουμε. Επίσης, λόγω του ότι διανύουμε μια εποχή ιδιότυπου σκοταδισμού, καθώς ο αστικός πανικός απέναντι στη δομική διάσταση της κρίσης επιβάλλει την προπαγάνδα κατά της δομημένης και σφαιρικής σκέψης, αφού πλέον η εξέλιξη της γνώσης και της επιστήμης τείνει να οδηγεί συστηματικά σε αμφισβήτηση του παρόντος οικονομικού συστήματος.

Τρίτον, σημαντικό ρόλο παίζει μια πολύ απλή αντίληψη της στατιστικής, συνοψισμένη στο εξής: κάθε περίπλοκο φαινόμενο έχει μια κατανομή πιθανοτήτων για διαφορετικά αποτελέσματα. Όσο πιο «ξεκάθαρο» είναι, τόσο πιο στενή αυτή η κατανομή. Το «κέντρο» της μας λέει πού βρίσκεται ο μέσος όρος και η μορφή της δίνει πληροφορία για το ίδιο το φαινόμενο. Αυτό σημαίνει πως η κατανομή έχει επιστημονική σημασία, αλλά πως αν μας ρωτήσουν να προβλέψουμε εκ των προτέρων πού θα βρεθεί ένας άνθρωπος μέσα σε αυτή (π.χ. τί σκορ θα έχει στο I.Q. test), είναι αδύνατο και λάθος να απαντήσουμε.

Η ιστορική ρίζα του ερωτήματος

Μετά από αυτή την εισαγωγή, πρέπει να σημειώσουμε πως το ζήτημα είναι η σημερινή μορφή ενός ερωτήματος που στη σύγχρονη εκδοχή του χρονολογείται από την εποχή του διαφωτισμού: το αν ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο ως «άγραφος χάρτης» (Τζον Λοκ) ή αν έχει έμφυτες ιδέες (Καρτέσιος). Αυτή η αντιπαράθεση έχει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: ανέκαθεν, η «επίσημη» και σταθερή θέση της εκάστοτε άρχουσας τάξης και των απολογητών της (από τους δουλοκτήτες και το φεουδαλικό κλήρο, μέχρι και τους σύγχρονους αστούς οικονομολόγους) ήταν υπέρ της ύπαρξης έμφυτων χαρακτηριστικών με έμφαση στον καθοριστικό τους χαρακτήρα. Αυτή η ιστορική και ταξική μονομέρεια δεν είναι αξιοπερίεργη, αν δει κανείς το επόμενο βήμα των συλλογισμών τους: πως το σύστημα το οποίο υποστήριζαν ήταν η ανώτερη έκφραση αυτών των έμφυτων χαρακτηριστικών, άρα νομοτελειακό και κατ’ επέκταση οι φωνές κριτικής στον πυρήνα του και οι προσπάθειες για το ξεπέρασμά του, όχι απλά αντιμετωπίζονταν ως εκ των προτέρων ως καταδικασμένες σε αποτυχία γιατί πήγαιναν κόντρα στην «ανθρώπινη φύση», αλλά και ως δείγματα «αφύσικης» συμπεριφοράς.

Η σύγχρονη εκδοχή του

Επειδή όμως το ζήτημα είναι οι σύγχρονες μορφές αυτού του ζητήματος και μια εμπεριστατωμένη απάντηση, ας γυρίσουμε το κοντέρ στον εικοστό αιώνα. Έχοντας πλέον δεδομένους τους νόμους το Μέντελ για την κληρονομικότητα, η αριστοκρατική νοοτροπία του 19ου αιώνα πως η καταγωγή ενός ανθρώπου καθόριζε με έναν αφαιρετικό και μυστικιστικό σχεδόν τρόπο την προσωπική του φερεγγυότητα και αξία τέθηκε σε νέες βάσεις για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν πως πλέον δε μπορούσε να δικαιολογηθεί από το πλαίσιο που έθετε η νέα γνώση η «κληρονομικότητα μιας ευγενικής καταγωγής» και ο δεύτερος πως η αριστοκρατική δομή της κοινωνίας παραμεριζόταν βιαίως κατά το πέρασμα στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, πράγμα που έκανε και ελκυστική μια τέτοια αποκαθήλωση των αριστοκρατικών ιδεωδών.

Το νέο δόγμα ήταν πλέον η κληρονομικότητα που θα μετέφερε από γενιά σε γενιά τη μέσω γενεών προσαρμογή στο περιβάλλον, όσο και θα καθόριζε χαρακτηριστικά του ατόμου στη βάση της κληρονομικότητας από τους προγόνους του. Η διαφορά πλέον βρισκόταν στο ότι αυτή η διαδικασία δεν ήταν αόριστη, αλλά πως προσεγγιζόταν με επιστημονικά εργαλεία και στατιστικές κατανομές. Αυτό από μόνο του φυσικά δε σήμαινε μια μονοσήμαντα απελευθερωτική κίνηση – τα ίδια εργαλεία που αποκαθήλωσαν την ανωτερότητα των ευγενών είναι αυτά που όταν οι Ναζί τα πήραν και ξεκίνησαν με το αξιώματα το ότι οι άνθρωποι μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες ανάλογα με τη «βιολογική αξία» τους, και πως η αξία αυτή κληρονομείται, έθεσαν τις βάσεις για την ευγονική και τις εθνοκαθάρσεις.

Την επόμενη εξέλιξη, η οποία μας φέρνει στη σύγχρονη πραγματικότητα,  θα την τοποθετήσουμε στο 1953, με την ανακάλυψη του δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) ως το μόριο το οποίο μεταφέρει την κληρονομήσιμη πληροφορία περί της οποίας ο λόγος τις τελευταίες εκατονταετίες. Σε αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό μια πολύ σύντομη και απλουστευτική περιγραφή του ρόλου του στη βιολογία.

Σύντομο βιολογικό ιντερλούδιο

Το DNA είναι ένα μόριο εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους, του οποίου ένα αντίτυπο υπάρχει σε κάθε κύτταρο και το οποίο στους οργανισμούς που έχουν μεγάλη ποσότητα DNA οργανώνεται σε διακριτά «πακέτα», τα οποία ονομάζονται χρωμοσώματα. Στους οργανισμούς που αναπαράγονται σεξουαλικά, υπάρχουν πάντα δύο αντίτυπα του κάθε χρωμοσώματος, ένα από κάθε γονιό – εξ’ ου και  η δυνατότητα να κληρονομείται πληροφορία από τις προηγούμενες γενιές. Νέα πληροφορία εμφανίζεται με τη μορφή τυχαίων μεταλλάξεων, οι οποίες σπανίως μπορεί να αποδειχτούν ευεργετικές και να κληρονομηθούν ευκολότερα σε επόμενες γενιές. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε και τις «μεθυλιώσεις», οι οποίες αποτελούν ένα μηχανισμό που «επικάθεται» σε γονίδια, διευκολύνοντας ή παρεμποδίζοντας την έκφρασή τους, χωρίς να αλλάζει όμως το ίδιο το DNA. Είναι δηλαδή ένας «διακόπτης», ο οποίος επιτρέπει την προσαρμογή σε νέες συνθήκες χωρίς να χρειαστεί να περάσουν γενιές και γενιές κι ο οποίος επίσης κληρονομείται.

Τα γονίδια που αναφέραμε αποτελούν συγκεκριμένα κομμάτι του DNA, με αρχή, μέση και τέλος, τα οποία αποτελούν τις οδηγίες παρασκευής πρωτεϊνών, των δομικών μονάδων όλου του οργανισμού. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως για οτιδήποτε πρέπει να γίνει στον οργανισμό, από την πέψη μέχρι την επούλωση ενός τραύματος, τα κύτταρα πρέπει να συμβουλευτούν το DNA τους για «οδηγίες». Αν όμως έχει τόσο κεντρικό ρόλο, τί μπορεί να καθορίσει και τί όχι;

Η σχέση βιολογικού αιτίου-αποτελέσματος και τα όριά της

Τα πράγματα είναι πολύ σαφή πλέον, που έχουμε τις τεχνικές και θεωρητικές μεθόδους να τα μελετήσουμε. Υπάρχουν συγκεκριμένες ασθένειες ή χαρακτηριστικά που μπορεί να οφείλονται σε ένα και μόνο γονίδιο (π.χ. η νόσος των τρελλών αγελάδων, ή κάποιες μορφές αναιμίας, ή κάποια δυσανεξία στη λακτόζη). Είναι όμως πλέον σαφές πως το αντίστροφο δεν ισχύει: ενώ το κάθε γονίδιο έχει καθορισμένη λειτουργία και η πρωτεΐνη που παράγει έχει καθορισμένους ρόλους στον οργανισμό, η συντριπτική πλειοψηφία των επιμέρους λειτουργιών του οργανισμού είναι αποτέλεσμα εξαιρετικά πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ τόσο των γονιδίων που έχει το DNA, όσο του ρυθμού και της έντασης που εκφράζονται, όσο και του περιβάλλοντος που μπορεί να επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό γίνεται αμέσως εμφανές όταν δει κανείς πως η έρευνα πάνω στη σχέση γονιδίων και χαρακτηριστικών, ακόμα κι αν αυτά είναι τόσο συγκεκριμένα όπως η απόκριση σε ένα φάρμακο για ένα πολύ συγκεκριμένο τύπο καρκίνου δεν απαντά με ένα συγκεκριμένο γονίδιο. Αντιθέτως, αναγνωρίζονται πολλά γονίδια που επηρεάζονται και ύστερα επιχειρείται να σχηματιστεί ένας «χάρτης» των βιολογικών λειτουργιών στις οποίες συμμετέχουν αυτά για να βγει οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ακόμα κι αν η έρευνα καταλήξει στο ότι κάποια γονίδια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «δείκτες» για κάποιο φαινόμενο, ή για την πρόβλεψη κάποιας πάθησης ή χαρακτηριστικού, κανείς δε μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι ξεκάθαρα οφείλεται σε αυτά τα γονίδια και μόνο. Μόνο η τοποθέτησή τους μαζί με τα υπόλοιπα γονίδια που φαίνονται να συμμετέχουν, κι ας μην είναι «δείκτες» και η κατανόηση των μηχανισμών που αυτά υποδηλώνουν μαζί με κατανόηση της διαλεκτικής σχέσης του οργανισμού με το περιβάλλον μπορούν να προσφέρουν κατανόηση.

Τί σημαίνουν αυτά όμως; Σημαίνουν πως όλα τα θεωρήματα της οικογένειας «γονίδιο της εγκληματικότητας / του αλκοολισμού / της εξυπνάδας / της επιτυχίας» και ούτω καθ’ εξής ανήκουν στη σφαίρα της μυθοπλασίας κι όχι της πραγματικότητας, μαζί με τις θεωρίες που βασίζονται σε αυτά. Επίσης σημαίνουν πως η απόδοση χαρακτηριστικών μόνο στη βιολογία και στην κληρονομικότητα δε μπορεί να είναι σωστή. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στα κοινωνικά: παράδειγμα αποτελούν μελέτες των τελευταίων ετών πάνω στην επίδραση της φτώχειας στις ανεπτυγμένες χώρες στην παιδική ανάπτυξη, οι οποίες δείχνουν όχι απλά σε κοινωνικό (απόδοση και δείκτες ακαδημαϊκής επιτυχίας κ.ο.κ.) αλλά σε βιολογικό επίπεδο, με διαφορές στην πορεία ανάπτυξης του εγκεφάλου ως αποτέλεσμα του συνεχούς οικονομικού και κοινωνικού στρες και της κακής διατροφής.

Εγκέφαλος – σκέψη – νόηση – κοινωνία

Ένα ζήτημα έχει μείνει ανοιχτό, το ζήτημα του αν μπορούν οι κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές να αναχθούν και να προβλεφτούν από τη βιολογία και μόνο. Η αλήθεια είναι πως μία πλήρης απάντηση θα προϋπέθετε τις μελλοντικές εξελίξεις στη νευροβιολογία και τη μαθηματική μελέτη των νευρωνικών δικτύων, οπότε θα πρέπει να αρκεστούμε σε μία μερική απάντηση.

Είναι γεγονός πως η δομή του DNA προβλέπει όπως φαίνεται με αρκετή λεπτομέρεια την οργάνωση του εγκεφάλου μέχρι τη γέννηση, αλλά και ένα μέρος της μετέπειτα ανάπτυξής του (π.χ. «ξεσκαρτάρισμα» υποχρησιμοποιούμενων συνάψεων σε συγκεκριμένες ηλικίες). Αυτό όμως περιορίζεται στην οργάνωση του ποιές περιοχές θα συνδέονται με ποιές άλλες προνομιακά και ποιές περιοχές θα λαμβάνουν ποιά ερεθίσματα. Η μελέτη ανθρώπων των οποίων οι εγκέφαλοι μετά από τραυματισμό «ανέθεσαν» λειτουργίες που επιτελούσε η τραυματισμένη περιοχή σε γειτονικές της δείχνει πως η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον είναι αυτή που καθορίζει σε ισχυρότατο βαθμό τη λεπτομερή δομή του εγκεφάλου, όπως και το πώς τα ερεθίσματα και οι ανάγκες μεταφράζονται σε νέες δομές και νέες συνδέσεις μεταξύ των νευρικών κυττάρων (συνάψεις) με ένα δυναμικό τρόπο. Από την άλλη πλευρά, οι προσπάθειές μας να μιμηθούμε τη λειτουργία ενός εγκεφάλου φτιάχνοντας «προγράμματα» που μιμούνται δίκτυα νευρικών κυττάρων (νευρωνικά δίκτυα) δείχνουν κάτι εξαιρετικό: πως η προσαρμογή σε νέα δεδομένα, για τα οποία το πρόγραμμα δεν είχε ποτέ προγραμματιστεί, είναι συνώνυμη με την αλλαγή της αρχιτεκτονικής των  «νευρώνων» του.

Τί σημαίνουν αυτές οι δύο προσεγγίσεις; Το σημείο στο οποίο συναντώνται είναι το ότι η νοητική μας λειτουργία, η οποία αποτελεί τη βάση της κοινωνικής μας ύπαρξης δεν καθορίζεται a priori από το DNA, αλλά αντιθέτως αποτελεί το αποτέλεσμα μιας δυναμικής αλληλεπίδρασής μας με τον κόσμο. Δεν παύουν να υπάρχουν φυσικά τα ένστικτα και οι συμπεριφορές που λόγω εξελικτικής ανάγκης  αποτελούν δομικά στοιχεία της ύπαρξής μας, όπως η ανάγκη για κοινωνικότητα, η σεξουαλική συμπεριφορά κλπ. Σημαίνει όμως πως όποια θεωρία και να προσπαθήσει να εξηγήσει την παρούσα μορφή της κοινωνίας ως ένα απλό αποτέλεσμα της «ανθρώπινης φύσης» προσκρούει όχι μόνο στην ίδια την ιστορική εξέλιξη και παροδικότητα της κάθε κοινωνίας, όχι μόνο στο γεγονός ότι η κάθε κοινωνία είναι η «λύση» στην οποία έφτασε μια συγκεκριμένη κοινωνία υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, όχι μόνο στο ότι η κοινωνία δεν είναι απλή αντανάκλαση των ατομικών ενστίκτων αλλά σύνθετο γεγονός που προέρχεται από την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους και υπερβαίνει το άθροισμα των μερών της, αλλά ακόμα και στα δεδομένα για την ίδια τη λειτουργία του εγκεφάλου και της νόησης.

Επίλογος

Και ήρθε η ώρα να κλείσουμε το άρθρο όπως το ξεκινήσαμε, με το ερώτημα γιατί η κυρίαρχη ιδεολογία να έχει τέτοια απόσταση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η απάντηση δεν είναι διαφορετική: επειδή η θέση της «κοινωνίας ως αντανάκλαση των ενστίκτων» σημαίνει πως δε φταίει η οργάνωση της κοινωνίας για τις αδικίες, επειδή η θέση της «έμφυτης ανισότητας» διαιωνίζει την επιβολή των λίγων στους πολλούς κι επειδή η θέση πως τα πράγματα έχουν έτσι «λόγω της ανθρώπινης φύσης» σημαίνει πως δεν υπάρχει λόγος να τραβήξουμε από το θρόνο τους τους σημερινούς ισχυρούς.

Μία τέτοια κοινωνία είναι χρέος μας να την αλλάξουμε, όχι απλά γιατί πλέον αποτελεί τροχοπέδη στα βήματά μας προς τα μπρος στην επιστήμη, την τεχνολογία, την ηθική, τον έρωτα, την αισθητική, την ψυχαγωγία, τη διασκέδαση και κάθε άλλο τομέα των ζωών μας, αλλά και γιατί ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός και στο χέρι μας να τον χτίσουμε.