Γιατί Νίκησε ο Μπολσονάρου: πέρα από τα κλισέ

Επεξεργασία της εικόνας από τη Washington Post

Αν τα «αποχαυνωτικά» κλισέ βίας και διαφθοράς δεν αντιστοιχούν στο πώς ψηφίζει ο κόσμος ή στο κυβερνητικό πλάνο του Μπολσονάρου, γιατί κέρδισε τις εκλογές? Δεν ήταν μια ανόθευτη διαδικασία.

του Brian Mier (μετάφραση από το Brasilwire, Βαγγέλης Καλουδιώτης)

Γιατί ο βραζιλιάνικος λαός εξέλεξε ένα νεοφασίστα? Αν η πληροφόρησή σας είναι από τις εφημερίδες, μπορεί να πιστέψετε ότι αυτό συνέβη επειδή οι Βραζιλιάνοι φοβούνται την αυξανόμενη βία ή αγανάκτησαν με τη διαφθορά. Αυτές οι εξηγήσεις ακούγονται καλές στο χαρτί καθώς λειτουργούν ως, όπως τα ονόμαζε ο κοινωνιολόγος Pierre Bordieu, κλισέ που σταματούν τη σκέψη (mind stopping clichés, «αποχαυνωτικά» κλισέ). Ακούγοντας κάτι οικείο και λογικοφανές, το μυαλό σταματά να σκέφτεται και προχωρά στο επόμενο θέμα.

Βία και διαφθορά. Έννοιες που όλοι αποστρέφονται. Τι συμβαίνει στα σπορ? Έτσι ακριβώς θέλουν τα Αγγλοσαξονικά μίντια να επεξεργάζεται ο κόσμος το θέμα της άφιξης του φασισμού στη Βραζιλία, αφού αν το κοινό αρχίζει να πηγαίνει βαθύτερα, θα βρει άβολες αλήθειες που περιπλέκουν και τις δικιές τους κυβερνήσεις, τα think tank, τις επιχειρήσεις και τα μιντιακά ιδρύματα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύσκολες ερωτήσεις, οπότε γιατί να μην μείνουμε στα «αποχαυνωτικά» κλισέ της βίας και της διαφθοράς; Το πρόβλημα είναι, ότι αν και τα δύο θέματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χειραγώγηση του κοινού, κανένα από τα δύο δεν υπόκειται σε έλεγχο.

Ο Χαντάντα είχε μεγαλύτερα ποσοστά στις πιο βίαιες περιοχές

Όπως σε όλες τις χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν το κληροδότημα των σκλάβων από τις αποικίες και το γεγονός ότι ένα τμήμα του πληθυσμού θεωρεί ένα άλλο τμήμα του πληθυσμού υπανθρώπους, έτσι και στη Βραζιλία, η βία κυριαρχεί. Η εικόνα της Βραζιλίας σαν μια βίαιη χώρα, έχει χαραχθεί στα μυαλά του Αγγλοσαξονικού κοινού μέσω ταινιών όπως το “Πισότε, το χαμίνι του Σάο Πάολο” (1981), “Η Πόλη του Θεού” (2002) και “Οι επίλεκτοι” (2007). Μόνο το 6% των Βραζιλιάνων ζουν σε φαβέλες και πολλές φαβέλες έχουν περισσότερους κατοίκους που ανήκουν στη μεσαία τάξη παρά φτωχούς, αλλά στο μυαλό πολλών ανέμελων βορείων παρατηρητών, οι περισσότεροι Βραζιλιάνοι ζουν σε απομονωμένες παραγκουπόλεις γεμάτες παιδιά–στρατιώτες. Θα μπορούσε ο φόβος της βίας να είναι ο αποφασιστικός παράγοντας της εκλογής ενός στρατιωτικού στην προεδρεία; Η Βραζιλία σίγουρα ακούγεται τρομακτική στους περισσοτέρους Αμερικάνους.

Ενώ είναι αλήθεια ότι τα επίπεδα βίας έχουν ανέβει στη Βραζιλία τα τελευταία χρόνια – ειδικά μετά τις πολιτικές λιτότητας που ξεκίνησαν αναιμικά κατά τον τελευταίο χρόνο προεδρίας της Ντίλμα Ρούσεφ και επιδεινώθηκαν ιδιαιτέρως από την πραξικοπηματική κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία το 2016 – τα φαινόμενα βίας έχουν χαρακτηριστεί από γεωγραφική μετατόπιση η οποία δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην εκλογική υποστήριξη του Μπολσονάρου. Αυτή ήταν η περίπτωση για την πολιτεία του Σάο Πάολο, όπου ο Ζαίρ Μπολσονάρου έλαβε πάνω από το ¼ του συνόλου των ψήφων του. Αν και στη Βραζιλία παρατηρήθηκε 14% αύξηση στις ανθρωποκτονίες μεταξύ 2006 και 2016, το Σάο Πάολο είδε πτώση 46% την ίδια περίοδο, με μεγαλύτερη πτώση για την περίοδο 2000-2006. Η πόλη του Σάο Πάολο είδε τα ποσοστά ανθρωποκτονιών των 60/100.000 το 2000 να πέφτουν στο 7.8 το 2017, το οποίο είναι πολύ χαμηλότερο από πολλές Αμερικάνικες πόλεις. Ομοίως, τα ποσοστά ανθρωποκτονιών έχουν πέσει από 26/100,000 σε 9.5/100,000 την ίδια περίοδο σε επίπεδο πολιτείας.

 

Αν και έχει υπάρξει μια μικρή άνοδος στα φαινόμενα δολοφονιών στην ευρύτερη πολιτεία μέσα στο 2017, οι δολοφονίες στην πραγματικότητα έπεσαν κατά 15% στην πόλη του Σάο Πάολο.

Φαβέλλα στο Ρίο ντε Τζανέιρο

Στην περίπτωση του Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου 67% των ψηφισάντων υποστήριξαν τον Μπολσονάρου, το 2002 είχε ποσοστό ανθρωποκτονιών της τάξης του 60/100.000. Μέχρι το 2010, τα ποσοστά είχαν πέσει στα επίπεδα του 26/100.000. Τα ποσοστά δολοφονιών άρχισαν να ανεβαίνουν ξανά μετά τα «μεγάλα γεγονότα», φτάνοντας στα 37/100.000 το 2017 – μια ανησυχητική ποσοστιαία μεταβολή, αλλά όχι ένα δεδομένο το οποίο τοποθετεί το Ρίο στις δέκα πιο βίαιες πόλεις στη Βραζιλία. Παρ ’όλα αυτά, όπως έχω πει παλαιότερα, το Ρίο έχει ένα μοναδικό πολιτικό και εγκληματικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, μια αναφορά από τη Διεθνή Αμνηστία δείχνει ότι το 25% των δολοφονιών στο Ρίο ντε Τζανέιρο πέρυσι έγινε από αστυνομικούς. Η γειτονική Μίνας Zεράις έχει δικά της προβλήματα με τη βία, αλλά η αστυνομία της σκότωσε κατά κεφαλήν 10 φορές λιγότερους ανθρώπους το 2017 απ’ ότι στο Ρίο. Επίσης, όπως ανακαλύψαμε με τον Μπεν Άντερσον ενώ γυρίζαμε το special  του HBO/Vice TV, «Η Ειρηνοποίηση του Ρίο», υπάρχουν αποδείξεις ότι οι αρχές της πολιτείας του Ρίο μαγείρεψαν τα στοιχεία και άλλαξαν τα νούμερα μεταξύ ανθρωποκτονιών, βίαιων θανάτων ανεξιχνίαστων υποθέσεων και εξαφανίσεων ώστε να κάνουν τα εγκληματικά ποσοστά να φαίνονται χαμηλότερα κατά την πορεία προς το παγκόσμιο Κύπελο και τους Ολυμπιακούς. Έτσι, αν και πρόσφατα έχει υπάρξει αύξηση βίαιων περιστατικών στο Ρίο, τα πραγματικά νούμερα μπορεί να είναι μικρότερα από όσο φαίνονται, λόγω του μαγειρέματος στις στατιστικές από την κυβέρνηση ώστε να δημιουργήσει συνθήκες υποστήριξης για την στρατιωτική κατοχή. Ακόμα κι αν δεν είναι έτσι, δεν συγκρίνονται με τα νούμερα των αρχών της

δεκαετίας του 2000 ούτε τοποθετούν το Ρίο στα πιο βίαια μέρη στη Βραζιλία.

Αν τα ποσοστά ανθρωποκτονιών στη Βραζιλία έχουν πέσει τόσο δραματικά τα τελευταία 15 χρόνια στο Ρίο και στο Σάο Πάολο, γιατί η Βραζιλία βίωσε το μεγαλύτερο ποσοστό δολοφονιών στην ιστορία της πέρσι; Ένας λόγος είναι ότι τα βορειοανατολικά της Βραζιλίας έχουν γεμίσει με κρακ. Πέρσι, 6 από τις 10 πιο βίαιες πολιτείες στη Βραζιλία ήταν στα βορειοανατολικά, μια περιοχή όπου o Φερνάντο Χαντάντ νίκησε τον Μπολσονάρου σε όλες τις πολιτείες. Στη Σεαρά, για παράδειγμα, η οποία έχει ποσοστά δολοφονιών 8 φορές μεγαλύτερα από του Σάο Πάολο, ο Φερνάντο Χαντάντ έλαβε 71% των ψήφων.

Ήταν ο φόβος της βίας ο λόγος που οι πολίτες του Σάο Πάολο ψήφισαν το Μπολσονάρου, ή ήταν ο φόβος της βίας ο λόγος που οι κάτοικοι των βορειοανατολικών περιοχών ψήφισαν τον Χαντάντ; Ας είμαστε ειλικρινείς. Όλοι φοβούνται τη βία. Αλλά αν το 25% των ψήφων υπέρ ενός υποψηφίου που ήταν ενάντια στη βία έρχονται από μια περιοχή της Βραζιλίας που τα ποσοστά εγκληματικότητας είναι συγκρίσιμα με μέρη στην Ευρώπη ή στον Καναδά, θα μπορούσαμε να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι είτε το εκλογικό σώμα παραπλανήθηκε ή υπάρχουν άλλα πιο σημαντικά θέματα που διακυβεύονται.

Λέγεται διαφθορά μόνο όταν το κάνουν κομμουνιστές.

Ο άλλος λόγος που συχνά αναφέρεται προς υποστήριξη του Μπολσονάρου είναι η αγανάκτηση των Βραζιλιάνων με τη διαφθορά, η οποία, τα τελευταία 5 χρόνια συσχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τα τοπικά και διεθνή μέσα με το PT (Partido dos Trabalhadores- Εργατικό Κόμμα). Όπως και με το θέμα της βίας, και αυτό πρέπει να εξετάζεται ενδελεχώς. Η πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για πλουτισμό μέσω διαφθοράς. Στην πραγματικότητα, η ίδια έχει πέσει θύμα διαφθοράς. Κατηγορήθηκε για μία παράβαση που δεν δικαιολογεί μομφή, μια παράβαση σε σχέση με τον προϋπολογισμό η οποία συστηματικά γινόταν από όλους τους αξιωματούχους όλων των επιπέδων της βραζιλιάνικης κυβέρνησης και η οποία νομιμοποιήθηκε μια βδομάδα μετά την πρόταση μομφής εναντίον της. Προκύπτει εκ των πράγματων, λοιπόν, ότι μέλη του κογκρέσου  δωροδωκήθηκαν για να ψηφίσουν υπέρ της πρότασης μομφής. Ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος ήταν κατά κοινή αποδοχή ο μόνος που μπορούσε να μπλοκάρει την ιδιωτικοποίηση των οφσόρ αποθεμάτων πετρελαίου, συνελήφθη με κατηγορίες για “ακαθόριστες ενέργειες διαφθοράς” που σχετίζονται με ένα διαμέρισμα που οι δικαστικές αρχές δεν μπόρεσαν να «αποδείξουν ότι του άνηκε ποτέ» και μπήκε φυλακή πριν εκδικαστεί η έφεση του, μια κίνηση που ο Γκλεν Γκρίνβαλντ λέει ότι προφανώς έγινε για να τον εμποδίσει να κατέβει για την προεδρεία φέτος. Ομοίως, ο Φερνάντο Χαντάντ έχει υπάρξει θύμα διαφθοράς, όταν ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ δικαστής και εισαγγελέας Σέρχιο Μόρο διέρρευσε παρανόμως στον τύπο κατάθεση ποινικής διαπραγμάτευσης κατά την προεκλογική περίοδο,  υποστηρίζοντας ότι τον εμπλέκει σε σκάνδαλο διαφθοράς παρόλο που η κατάθεση είχε ήδη απορριφθεί από την εισαγγελία.

Ο Ζαίρ Μπολσονάρουυ από την άλλη, εδώ και 25 χρόνια συνδέεται με το πιο διεφθαρμένο πολιτικό κόμμα στη Βραζιλία, το «Προοδευτικό Κόμμα» (Partido Progressista -PP), με πρόεδρο τον πιο διεφθαρμένο πολιτικό στην ιστορία της Βραζιλίας, τον Πάουλο Μαλούφ, ο οποίος είναι στη λίστα των πλέον καταζητούμενων της Interpol και θα συλληφθεί αν φύγει από τη Βραζιλία. Επίσης, ο Μπολσονάρου ήδη προσκαλεί διεφθαρμένους πολιτικούς να βοηθήσουν στην κυβέρνηση του. Στα ονόματα αυτά συγκαταλέγονται οι:

1) Αλμπέρτο Φράγκα, μέλος του Κογκρέσου από το κόμμα των δημοκρατικών (DEM) και μέγας υποστηρικτής της οπλοβιομηχανίας, από τον οποίο ο Μπολσονάρου ζήτησε να ηγηθεί του μπλοκ του στο Κογκρέσο. Τρεις βδομάδες πριν τον πρώτο γύρο των εκλογών, το Σεπτέμβρη του 2018, ο Φράγκα καταδικάστηκε σε 4 χρόνια «ήμι-φυλάκισης» (σ.μ ένα ιδιότυπο σωφρονιστικό σύστημα κατά το οποίο ο κρατούμενος είναι ελεύθερος τη μέρα αλλά το βράδυ επιστρέφει στη φυλακή) όταν καταγράφηκε από κάμερα να θέτει και να λαμβάνει μίζες από μια εταιρία λεωφορείων.

2) Ονυξ Λαζαρόνι, μέλος του Κογκρέσου, ο οποίος έχει επιβεβαιωθεί ως αρχηγός επιτελείου του Μπολσονάρου, ο οποίος έχει παραδεχθεί ότι έχει πάρει μίζες από την εταιρία συσκευασίας κρέατος JBS για να χρησιμοποιηθούν από τα μαύρα ταμεία που χρηματοδότησαν παράνομα την εκλογική εκστρατεία του 2017.

3) Παουντέρνι Αβελίνο, μέλος του Κογκρέσου με τους Δημοκρατικούς (DEM), ο οποίος καταδικάστηκε το 2016 επειδή πλήρωνε σε δικούς του εκατομμύρια δολάρια πάνω από τις τιμές της αγοράςγια ενοίκια κτηρίων και μεταχειρισμένων σχολικών επίπλων όταν ήταν υπουργός παιδείας στο Μανάους.

4) Πάουλο Γκουέδες, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Σικάγο, μονεταριστής οικονομολόγος και πρώην ακόλουθος του Αουγκούστο Πινοτσέ. Ο Μπολσονάρου τον προσκάλεσε να γίνει ο Υπουργός Οικονομικών του, αν και αυτή την περίοδο ερευνάται από την εισαγγελία, η οποία θέλει να εξακριβώσει πώς κατάφερε να τσεπώσει 1 δις Ρεαλ Βραζιλίας (230 (!!!) εκαττομύρια ευρώ) σε έξι χρόνια ενώ διαχειριζόταν κεφάλαια ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών εταιριών.

 

Luiz Inacio Lula da Silva

Αν τα «αποχαυνωτικά» κλισέ της βίας και της διαφθοράς δεν αντιστοιχούν ακριβώς στο πως ψηφίζει ο κόσμος ή στο κυβερνητικό πρόγραμμα του Μπολσονάρου, γιατί κέρδισε τις εκλογές; Η άποψή μου είναι ότι οι εκλογές ήταν εκλογές βίας και νοθείας. Ήταν αποτέλεσμα μια τεράστιας δόλιας καμπάνιας που υποστηρίχτηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, το βραζιλιάνικο στρατό και το δικαστικό σώμα για να εγγυηθεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις των μεγαλύτερων οφσόρ αποθεμάτων πετρελαίου που υλοποιήθηκαν από την πραξικοπηματική κυβέρνηση του Μισέλ Τεμέρ δεν θα αναιρεθούν και ότι ο αμερικάνικος στρατός θα έχει πρόσβαση σε βραζιλιάνικες βάσεις για μια ακόμη πιθανή μελλοντική αρπαγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα. Τα παρακάτω γεγονότα είχαν μεγαλύτερη επίδραση στην νίκη του Μπολσονάρου από ότι η βία και η διαφθορά:

1) Μία κοινή επιχείρηση ΗΠΑ/Βραζιλίας που φυλάκισε τον επικρατέστερο μέχρι τότε υποψήφιο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος υποσχέθηκε να αναστρέψει τις ιδιωτικοποιήσεις του πετρελαίου και να ξανα – αξιοποιήσει κέρδη από την κρατική επιχείρηση πετρελαίου για τη δημόσια υγεία και εκπαίδευση. Φυλακίστηκε πριν την έκβαση της έφεσής του με πλαστές κατηγορίες χωρίς απτές αποδείξεις, βασισμένες σε μία και μόνο κατάθεση ποινικής διαπραγμάτευσης από ένα καταδικασμένο εγκληματία ως ανταλλαγή για μείωση ποινής και μερικής κατάσχεσης.

2) Ο Λούλα ανακοίνωσε ότι θα κατέβει για πρόεδρος όπως και να ‘χει, όπως ήταν το δικαίωμα του σύμφωνα με την βραζιλιάνικη και διεθνή νομοθεσία. Το εκλογικό δικαστήριο επέτρεψε σε 1400 υποψηφίους με παρόμοιες νομικές υποθέσεις να κατέβουν, αλλά έκανε μια εξαίρεση για το Λούλα. Ενώ προπορευόταν σε όλες τις εκλογικές δημοσκοπήσεις όντας μέσα στη φυλακή, με μεγαλύτερα ποσοστά από όλους τους άλλους υποψηφίους μαζί και διπλάσια ποσοστά από το Μπολσονάρου, στο μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε εύκολα να νικήσει το φασισμό, του απαγορεύθηκε να κατέβει για πρόεδρος.

3) Η επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ εξέδωσε απόφαση διατάζοντας την βραζιλιάνικη κυβέρνηση να επιτρέψει στο Λούλα να κατέβει για πρόεδρος. Η Βραζιλία είναι υπογράφων στο Πρωτόκολλο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ και σύμφωνα με την απόφαση P 311/2009, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών είναι νομικά δεσμευτικές. Το Ανώτατο Εκλογικό δικαστήριο της Βραζιλίας παραβίασε τη βραζιλιάνικη νομοθεσία και δεν υπάκουσε στον ΟΗΕ όταν αρνήθηκε να αφήσει το Λούλα να κατέβει.

4) Σε μια χώρα όπου τα τηλεοπτικά συνεργεία μπαίνουν συχνά στις φυλακές να πάρουν συνέντευξη από εμπόρους ναρκωτικών και κατά συρροήν δολοφόνους, τα δικαστήρια απαγόρευσαν στο Λούλα να μιλήσει σε δημοσιογράφους, απαγορεύοντας του παράνομα να εξηγήσει στον κόσμο γιατί θα έπρεπε να ψηφίσει ενάντια στο φασισμό στις εκλογές.

5) 3,3 εκατομμύρια ψηφοφόροι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν φτωχοί και από τις βορειοανατολικές περιοχές – ουσιαστικά ο κόσμος που κυρίως ψηφίζει το Εργατικό Κόμμα (PT) – εκκαθαρίστηκαν από τους εκλογικούς καταλόγουςδύο βδομάδες πριν τις εκλογές.

6) Αφού τα ποσοστά του Μπολσονάρου αυξήθηκαν στον πρώτο γύρο των εκλογών, η εφημερίδα Folha de São Paulo αποκάλυψε ότι η καμπάνια του χρησιμοποιούσε παράνομο μαύρο ταμείο που είχε δημιουργηθεί από εκατοντάδες επιχειρηματίες (με πληρωμές που έφτασαν και τα 4 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής ο καθένας), για να προσλάβει εταιρίες τεχνολογίας ώστε να αποκτήσει προσωπικά δεδομένα από χρήστες της εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης WhatsApp. Σύμφωνα με το άρθρο, αυτό χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει χιλιάδες ομάδες, δημογραφικά στοχευμένες, με 256 χρήστες την καθεμία και να τις βομβαρδίσει με ψέματα και συκοφαντίες ενάντια στο εργατικό κόμμα (PT). Αυτά τα ψέματα δεν στηρίζονταν αρχικά στη διάδοση φόβου για τη βία και τη διαφθορά, αλλά σε συκοφαντίες ότι το ΡΤ διευθύνεται από σεξουαλικά ανώμαλους που θέλουν να κάνουν τα παιδιά όλων γκέι. Όταν η πρόεδρος του Ανώτατου Εκλογικού Δικαστηρίου, Ρόζα Βέμπερ, έλαβε απειλές για τη ζωή της από υποστηρικτές του Μπολσονάρου και αφού η ίδια συναντήθηκε με τον υποστηρικτή του Μπολσονάρου, Στρατηγό Sergio Etchegoyen, αποφάσισε να σταματήσει τις έρευνες μέχρι να τελειώσει και ο τελικός γύρος των εκλογών.

Το διεθνές κεφάλαιο και η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχουν τώρα αυτό ακριβώς που θέλουν στη Βραζιλία. Όλοι οι φυσικοί πόροι θα ανοίξουν για εκμετάλλευση από το ξένο κεφάλαιο. Ο αμερικάνικος στρατός θα μπορεί να χρησιμοποιεί την πυραυλική βάση Αλκαντάρα σαν σημείο εξόρμησης για επιδρομές στη Βενεζουέλα. Η συμμετοχή της Βραζιλίας στους BRICS έχει τελειώσει και οι αμερικάνικες πετρελαϊκές εταιρίες θα κολυμπάνε σε βραζιλιάνικο πετρέλαιο. Ανεξαρτήτου του ποσοστού συμμετοχής των ΗΠΑ και των ιδρυμάτων της, αυτά τα γεγονότα ταιριάζουν με τις επεμβάσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική τα τελευταία 100 χρόνια. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει να νικήσουμε το φασισμό, είναι σημαντικό να προχωρήσουμε πέρα από τα κλισέ και να δουλέψουμε ώστε να αναγνωρίσουμε τους πραγματικούς ενόχους, έτσι ώστε η εξουσία τους να αντιμετωπίζεται. Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να προχωρήσουμε από την ιδέα ότι η Βραζιλία λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό κενό και ότι η επιστροφή του νεοφασισμού, ο οποίος παλαιότερα εγκαταστάθηκε με άπλετη υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ την περίοδο 1964 -1985, μπορεί να εξηγηθεί από υπεραπλουστευμένες γενικεύσεις σχετικά με την κοινή γνώμη.