Εισήγηση του Αλέκου Αναγνωστάκη από την εκδήλωση για τον Κ.Τζιαντζή

Παραθέτουμε την εισήγηση του Αλέκου Αναγνωστάκη, στην εκδήλωση – συζήτηση με τίτλο “Για το επαναστατικό υποκείμενο στην εποχή μας” που διεξάχθηκε στη λέσχη των Αναιρέσεων στις 14/2.

Αγαπητοί φίλοι

Καμιά φορά, όταν αγαπάμε πολύ έναν άνθρωπο που μας γεμίζει και γεννάει μέσα μας καταιγισμό σκέψεων και αισθημάτων, στο τέλος δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε ή μιλούμε αδέξια γι’ αυτόν.

Θα μιλήσω λοιπόν αδέξια.

Το πρόγραμμα του επαναστατικού κόμματος, λέγαμε, δεν είναι ένα αιτηματολόγιο,

ή περισσότερα αιτηματολόγια:

Ένα «άμεσο», για το σήμερα

κι ένα «απώτερο» για τον σοσιαλισμό- κομμουνισμό, με όσες ενδιάμεσες παραλλαγές μπορεί να επινοήσει κανείς.

Παρόμοια κατεβατά αιτημάτων, τα οποία θα εξασφαλίζουν την πλατωνική συναίνεση της εργαζόμενης πλειοψηφίας, αλλά όχι τη στράτευση, την οργάνωση και την πάλη της για την επίτευξή τους, είναι εύκολο να κατασκευαστούν.

Το πρόγραμμα του επαναστατικού κόμματος, συζητάγαμε, αν φιλοδοξεί να γίνει υλική δύναμη και όχι ευαγγέλιο μάταιων πόθων, οφείλει να είναι πρώτα απ’ όλα ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, ένα ρεαλιστικό επαναστατικό σενάριο του μέλλοντος της ταξικής πάλης, που θα ξεκινάει από το σκληρό παρόν επιδιώκοντας την επανάσταση και τον κομμουνισμό.!

Ο Κώστας ήταν αυστηρός στη χρήση των λέξεων και των όρων, απαιτητικός στην επιστήμη, με την κυριολεξία, της πολιτικής.

Αυτή η αυστηρή επιστημονική απαιτητικότητα του Κώστα στους όρους και στις λέξεις εκφράζει την πολιτική του βούληση να ξαναβαφτιστούν οι λέξεις μέσα στο Λόγο. Να γίνουν λόγος πολιτικός.

Ακόμη και κατά καιρούς σιωπές του Κώστα με όλες τις αποσιωπήσεις και τ’ αποσιωπητικά του υπηρετούν τον ίδιο στόχο.

Να ξαναμπούν στις σελίδες της επαναστατικής Αριστεράς οι λέξεις και οι όροι μιας σύγχρονης εργατικής πολιτικής δίνοντας τη διάσταση και σημασία

μιας καινούριας, κατ’ εξοχήν εργατικής εποχής,

δηλαδή της εποχής που ζούμε!

Συχνά σε κέιμενα και στον προφορικό λόγο αναφερόταν ανάμεσα στα άλλα, στη γνωστή ταινία του Άλαν Πάρκερ «Το εξπρές του μεσονυχτίου».

Στην ταινία αυτή οι έγκλειστοι μιας βάρβαρης φυλακής έχουν σαν ανώτερο δικαίωμα από τους κανονισμούς

το «ελεύθερο» να ξεμουδιάζουν που και που βαδίζοντας κυκλικά και υποχρεωτικά στη γραμμή

γύρω από έναν κατακό­ρυφο στύλο που βρίσκεται στο πιο σκοτεινό υπόγειο.

Στην περίφημη σκηνή όπου ένας από τους φυλακι­σμένους αρχίζει ξαφνικά να βαδίζει αντίστροφα, πάλι βέβαια αναγκα­στικά γύρω από το στύλο, τίθεται το ζήτημα της ση­μασίας αλλά και της ματαιότητας και αυτής της επιλογής.

Γιατί, έ­τσι κι αλλιώς, αυτή η αντίστροφη κί­νηση

και πολύ λίγο φαίνεται μέσα στο γενικό σκοτάδι,

και τη φυλακή φυσικά δεν αλλάζει – το μπουντρούμι παραμένει μπουντρούμι,

και τη «σειρά» χαλάει,

ενώ το περιοδικό ξε­μούδιασμα και το συνηθισμένο κου­βεντολόι στη «γραμμή» είναι μια κά­ποια διέξοδος για τις απελπισμένες παρέες των φυλακισμένων.

Το ση­μαντικό βέβαια και το κατ’ εξοχήν συμβολικό σ’ αυτή τη σκηνή

(και στη σύγχρονη ζωή της εργατικής τάξης)

βρίσκεται στην «ε­πιλογή», στην απόφαση

της αντί­στροφης κίνησης.

«Αντίστροφη» κίνηση όχι για να ξεχωρίσουν και να αποκοπούν κά­ποιοι λίγοι κι εκλεκτοί από τους υ­πόλοιπους

ούτε για να αλλάξει απλά η «γραμμή».

Αλλά για να αρχίσουν κάποιοι να «βαδίζουν αλλιώς»,

έστω σκουντουφλώντας στην αρχή,

για να βρουν το κουράγιο να ψάξουν, πέρα από τον παλιό φαύλο κύκλο, εκείνους τους νέους, κοινούς δρόμους που μπορούν τελικά να γκρεμίσουν τη φυλακή.

Γύρω από αυτές τις έννοιες, να αρχίσουν κάποιοι να βαδίζουν αλλιώς, πέρα από το φαύλο κύκλο , να ψάξουν εκείνους τους δρόμους με επιδίωξη να γκρεμίσουν τη από κοινού, ψάχνοντες και μη, τη φυλακή περιστρέφεται το βιβλίο.

Στην εποχή μας, αυτό που αμφισβητείται, αλλά κι αυτό που αναζη­τείται περισσότερο από καθετί είναι η επιλογή, η απόφαση, η επιμονή στο δρόμο της «αντίστροφης κίνη­σης» του εργατικού κινήματος.

Το βιβλίο είναι ένα γέννημα αυτής της επιλογής, της απόφασης, της επιμονής στο δρόμο της «αντίστροφης κίνη­σης» του εργατικού κινήματος.

Δηλαδή της ανάπτυξης και όχι επαναθεμελίωσης του Μαρξισμού – γιατί θεμέλια έχει επί των οποίων είναι αναγκαίος ένας αναστοχασμός –

και της στρατηγικής επαναθεμελίωσης του κομμουνιστικού κινήματος .

Γράφτηκε σε μια εποχή νύχτας για το εργατικό κίνημα, μετά το τριπλό σοκ που προκάλεσαν

η κατάρρευση των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»

η ήττα του εργατικού κινήματος στη Δύση και

η οριστική σοσιαλφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας.

Γράφτηκε για πολύ συγκεκριμένο σκοπό, ως εισήγηση για τα οργανωτικά του Νέου Αριστερού Ρεύματος και παρουσιάστηκε τον Απρίλη του 1994.

Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει και ο αναγνώστης το περιεχόμενο αναδεικνύει ξεχασμένες αλήθειες και φωτίζει πολύπλευρα το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος.

Επιχειρεί με επιτυχία, σημειώνει σωστά ο Τάκης Κυπραίος στην εισαγωγή,

την ολική επαναφορά στις αρχές του διαλεκτικού υλισμού και τις επαναστατικές παρακαταθήκες των Μαρξ και Λένιν.

Απλώνει τη σκέψη του στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Προσδιορίζει την αξία του χρόνου και αποδίδει στο εργατικό κίνημα το ρόλο που του αρμόζει.

Ρόλο καθοριστικό, αλλά χωρίς να του χαρίζεται, καθώς το βλέπει να παλεύει ανάμεσα στην υποταγή και τη χειραφέτηση.

Η εργατική τάξη, σημειώναμε στο σώμα για το πολιτικό υποκέιμενο του ΝΑΡ, στην καπιταλιστική κοινωνία συγκροτείται αντικειμενικά ως τέτοια.

Γεννιέται, όμως, και αναπτύσσεται σε ενότητα και σύγκρουση με τον άλλο πόλο της κοινωνίας αυτής, το κεφάλαιο.

Δεν γεννιέται, δηλαδή, πρώτα ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και ύστερα ως δρων υποκείμενο. Αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός υποκειμένου-αντικειμένου που εμφανίζεται ιστορικά στην Αριστερά έχει ως βάση το διαχωρισμό κοινωνικού είναι και κοινωνικής συνείδησης.

Η εργατική τάξη είναι η κύρια κοινωνική τάξη που έχει ανάγκη και συμφέρον να απαλλαγεί από τα δεσμά της αστικής κοινωνίας και να οικοδομήσει μια ριζικά διαφορετική απελευθερωτική κοινωνική προοπτική, εντός της οποίας θα ζήσει μια καλύτερη ζωή:

Η εργατική τάξη είναι η κύρια κοινωνική τάξη που υφίσταται τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα στις συνθήκες της κρίσης και της αστικής γραμμής για την υπέρβασή της.

Γίνεται για πρώτη φορά πλειοψηφική σε πλανητική κλίμακα. Η παγκόσμια εργατική τάξη ισοδυναμεί ήδη με τον παγκόσμιο πληθυσμό της δεκαετίας του ’50. Από 42,7% το 1971 φτάνει ήδη το 55-60% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Η συγκέντρωση της εργατικής τάξης σε μεγάλες πόλεις –όσο ποτέ άλλοτε στην εξέλιξη των κοινωνιών– από τη μια εντείνει την αποξένωση και την αλλοτρίωση, ταυτόχρονα όμως ενισχύει τις δυνατότητες μαζικής συλλογικής δράσης και εργατικών εξεγέρσεων, πρωτόγνωρων σε όγκο, δύναμη, ποιότητα, έκταση και αποτελεσματικότητα.

Επιπλέον οδηγείται αντικειμενικά, παράλληλα με τα φαινόμενα απόλυτης μορφωτικής στρέβλωσης και τη σχετική πνευματική καθυστέρηση, σε ανώτερη συγκριτικά με το προηγούμενο στάδιο του καπιταλισμού μόρφωση-κατάρτιση.

Στην ικανότητα να διαχειρίζεται, μέσω των αντικειμενικών δυνατοτήτων-ικανοτήτων της, τα ίδια δεδομένα με το διευθυντή. Στην απομυθοποίηση, επομένως, του διευθυντικού-τεχνοκρατικού προνομίου. Στην επίγνωση του συνολικά αναντικατάστατου ρόλου της στην εργασία, στην οποία αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο τόσο ο ενδυναμούμενος κοινωνικός χαρακτήρας της όσο και η ίδια η αξία της εργατικής δύναμης.

Η εργατική τάξη πλουτίζεται από τα χτυπημένα μεσαία στρώματα, ένα νέο κύμα προλεταριοποίησης που είναι σε εξέλιξη εξαιτίας της κρίσης και της ύφεσης.

Ακόμη μια φορά εκατομμύρια άνθρωποι –των μεσαίων κυρίως στρωμάτων– αλλάζουν τάξη, κουβαλώντας εντός τους τα χαρακτηριστικά της τάξης από την οποία προέρχονται.

Πώς θα αντιδράσουν καθώς έχουν διάφορες επιλογές, οι οποίες μπορεί να εκδηλωθούν με διαφορετικές ταχύτητες και ποικίλους τρόπους από κοινωνία σε κοινωνία, από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε περιοχή:

Ίσως εξεγερθούν, για να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους στη ζωή,

για να κατακτήσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Μπορεί όμως και να μετατοπιστούν στην ενίσχυση εθνοφυλετικών συγκρούσεων, ώστε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους σε βάρος άλλων προλεταριακών ομάδων. Να επιλέξουν τη φυγή προς νέες αντιδραστικές κατευθύνσεις και να εναποθέσουν τους φόβους και τις απογοητεύσεις τους στις σύγχρονες ολοκληρωτικές κοινωνίες του καπιταλισμού της νέας εποχής.

Ή να αυτοπαγιδευτούν στη μάταιη προσμονή μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων κρατικού παρεμβατισμού για το ξεπέρασμα της κρίσης, τα οποία θα βασίζονται, όπως και τον περασμένο αιώνα, στον ανανεωνόμενο τελικά δυναμικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που «δεν καταλαβαίνει πλέον από τέτοια», αφού δεν μπορεί να λαμβάνει συγχρόνως υπόψη –σε περιορισμένο έστω βαθμό– τα συμφέροντα επιβίωσης των σύγχρονων προλετάριων.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την αντίληψη που αντιμετωπίζει με απόλυτο τρόπο την εργατική τάξη ως ενιαία μεταφυσική ολότητα,

στο εσωτερικό της συνυπάρχουν και συγκρούονται-ανταγωνίζονται η τάση υποταγής με την τάση χειραφέτησης – με κυρίαρχη την πρώτη, αλλά τη δεύτερη να έχει σήμερα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί δυναμικά, ανάλογα με τη συλλογική, γεμάτη αυτοθυσία, καθοριστική παρέμβαση των πρωτοπόρων δυνάμεων.

Η εργατική τάξη, συνεπώς, ως αποτέλεσμα της διαμόρφωσης και της αναπαραγωγής της, διχάζεται, σε ό,τι αφορά την κοινωνική της συγκρότηση, τη συμπεριφορά της στο κίνημα και την πολιτική πάλη, ανάμεσα στην τάση αστικής καθήλωσης, συνδιαλλαγής και υποταγής στο κεφάλαιο και στην τάση χειραφέτησης, ρήξης και ριζοσπαστισμού.

Ταλαντεύεται καθημερινά και ιστορικά ανάμεσα στο γονάτισμα και την αντίσταση.

Ανάμεσα στη βελτίωση της ζωής της, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της επιχείρησής «της», του δικού «της κράτους» ή ως αποτέλεσμα της συλλογικής αντίθεσης και της συνολικής ρήξης απέναντί τους.

Στις δύο αυτές τάσεις εκφράζονται από τη μια η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης (παραγωγή νέων αξιών χρήσης – κοινωνικού πλούτου), στην οποία εδράζεται η τάση χειραφέτησης.

Κι από την άλλη η ανταλλακτική αξία της (παραγωγή υπεραξίας και κέρδους), από την οποία «γεννιέται» η τάση υποταγής.

Με αυτή την έννοια, τάσεις-συμφέροντα που την ωθούν να παραμείνει εγκλωβισμένη στο καπιταλιστικό παρόν και τάσεις-συμφέροντα που την ωθούν να αγωνιστεί για ένα μη εκμεταλλευτικό μέλλον συνθέτου μια αντικειμενική πραγματικότητα και όχι υποκειμενική αυθαιρεσία.

Οι τάσεις αυτές συνυπάρχουν και συγκρούονται συνεχώς για το ποια θα ηγεμονεύσει. Σε μια σύγκρουση που «παράγει» ατομισμό αλλά και συλλογικότητα, αστική καθήλωση αλλά και διαθέσεις αγώνα, πρόσδεση στον εργοδότη και στην «εθνική προσπάθεια» αλλά και ρήξη μαζί τους, αμυντικό ρεφορμισμό αλλά και επαναστατικές τάσεις, αποπολιτικοποίηση ή απλή κοινοβουλευτική διαμαρτυρία αλλά και επαναστατική πολιτική αναζήτηση.

Έτσι που η σύγχρονη εργατική τάξη να εμπεριέχει εντός της, στο ανώτερο επίπεδο, τόσο τη δυνητική και στην εποχή μας ποιοτικά ανώτερη επαναστατική χειραφέτηση του κοινωνικού ανθρώπου όσο και τη φθορά της κοινωνίας και της φύσης από τον καπιταλισμό.

Από αυτή τη σκοπιά, η έννοια της «ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης» αντιμετωπίζεται ως δυνατότητα και αναγκαιότητα, που πραγματώνεται όταν κυριαρχούν στην κίνηση της τάξης οι τάσεις χειραφέτησης, και όχι ως φυσική νομοτέλεια που απορρέει ευθύγραμμα από το υλικό της «είναι» και είναι γραμμένη στους ορειχάλκινους νόμους της ιστορίας.

Το κείμενο αναλύει τις σχέσεις κάθε πρωτοπορίας και κυρίως της κομμουνιστικής με το εργατικό κίνημα.

Εφαρμόζει τους νόμους και κανόνες της διαλεκτικής στην οικονομική, την πολιτική και τη θεωρητική πάλη της εργατικής τάξης.

Έχει νόημα η προσπάθεια συγκρότησης πολιτικής πρωτοπορίας στην εποχή μας;

Πώς θα αναδυθεί μια σύγχρονη επαναστατική αντίληψη, υπερβαίνοντας τη γραφειοκρατική προσέγγιση του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος και τη διαλυτική στάση ρεφορμιστικών και αναρχικών τάσεων;

Eπί αυτών των ερωτημάτων τοποθετείται.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια προσπάθεια ανακάλυψης εκ νέου σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο των σχέσεων πρωτοπορίας – τάξης και της εκ νέου διαμόρφωσης τους μέσα στη φωτιά του ταξικού αγώνα της εποχής μας.

Μέ­σα σε συνθήκες συνταρακτικών α­ντιφατικών αλλαγών, η ανάγκη για μια άμεση προσπάθεια επαναστατι­κής τομής της εργατικής αριστερής πολιτικής πολύ λίγη σχέση φαίνεται να έχει,

από πρώτη ματιά,

με την α­νακούφιση των εργαζομένων, με το περιοδικό τους «ξεμούδιασμα» γύ­ρω από το «στύλο» της επίσημης πο­λιτικής.

Εντούτοις, αυτή ακριβώς η αντί­στροφη κίνηση, που βρίσκεται στην αρχή της, είναι η μόνη που μπορεί να συνδέσει προοπτικά, σ’ έναν νι­κηφόρο δρόμο, τις καταποντισμένες όσο και συνεχώς αναδυόμενες τά­σεις των αιώνιων «αριστερών» φαύ­λων κύκλων με τα αποσπασματικά, αυθόρμητα και πρωτόλεια ριζοσπα­στικά ρεύματα που γεννούν οι επα­ναστατικές δυνατότητες της εποχής μας.

Η τάση για ένα ριζικό μετασχηματισμό της αριστερής πολι­τικής καθορίζεται με σχετική αυτο­τέλεια και από την αντιφατική πο­ρεία «συνειδητοποίησης» της νέας κατάστασης από τους ίδιους τους ερ­γαζόμενους.

Σφραγίζεται από την εσωτερική πα­λινδρομική κίνηση της εργατικής τά­ξης.

Αυτή η ανισόμετρη κίνηση στη συνείδηση και την πρακτική των ερ­γαζομένων αποτελεί τη βάση που τροφοδοτεί το παλιό, μαζί και το νέο,

που καθορίζει τελικά και τους συσχετισμούς και την πηγή μιας χω­ρίς προηγούμενο ρευστότητας και παράλληλα μιας απρόβλεπτης δυνα­μικής συνεχών, απότομων και ριζι­κών ανακατατάξεων σε όλους τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς.

Στη νέα μετα-μεταπολίτευση τίποτα τελι­κά δεν θα μένει σταθερό κι αμετακί­νητο όπως προηγούμενα.

Κι αυτός ο παράγοντας θα αποτελεί τη βάση νέ­ων αλλεπάλληλων κρίσεων της αστι­κής πολιτικής και όλων των παραλ­λαγών της αριστερής πτέρυγας του παραδοσιακού πολιτικού παιχνιδι­ού.

Η τάση της αντίστροφης κίνησης του εργατικού κινήματος ε­ξαρτάται αποφασιστικά από τη «συ­νειδητή» παρέμβαση των πολιτικών πρωτοποριών, που επιχειρούν του­λάχιστον υποκειμενικά να εκφρά­σουν την επαναστατική κίνηση των εργαζομένων.

Η ποιότητα και η διά­ταξη αυτών των πρωτοποριών σε διεθνή κλίμακα, κάθε άλλο μπορεί να πει κανείς ότι προωθούν ουσιαστικά την ανάγκη για μια επαναστατική τομή στο εργατικό κίνημα της εποχής μας.

Από τη χαραυγή κιόλας της νέας εποχής, μετά την έκρηξη του ’68, όλα τα παλιά και νέα ρεύματα που αναδύθηκαν ή αναβαπτίστηκαν στη δίνη των νέων επαναστατικών γεγονότων σύντομα εγκατέλειψαν τη στρατηγι­κή κατεύθυνση και εγκλωβίστηκαν φυσιολογικά στο δίπολο περιθωριοποίηση – ενσω­μάτωση.

Η βάση αυτής του εγκλωβισμού δεν είναι βέβαια το γεγονός ότι όλοι αυτοί

δεν αποστρέφονται την περι­θωριοποίηση

ή δεν ξορκίζουν τους κίνδυνους της ενσωμάτωσης.

Φτάνει κανείς να θυμηθεί τον απελπισμένο «εισοδισμό», το κινηματικό παραλήρημα, τις πα­ρεμβατικές αυταπάτες, την ερωτική ενωσιολογία, ή το ένοπλο μάρκετινγκ του φάσματος όλων των διάφο­ρων αριστερών τάσεων.

Η βά­ση του εγκλωβισμού βρίσκεται

στην κοινή μηχανιστική απόλυτη διάκριση που διατηρούν αυτές οι τάσεις,

με όλες τις διαφορές τους,

ανάμεσα στο άμε­σο (για την πλειοψηφία) και το στρατηγικό (για την πρωτοπορία) πρόγραμμα και στόχο.

Ανάμεσα στην τακτική και τη στρατηγική,

α­νάμεσα στη δράση και τη ζύμωση,

ανάμεσα στο «κοινωνικό» και το «πολιτικό»,

ανάμεσα στις αντικειμενι­κές υλικές δυνατότητες και τις καθυ­στερημένες υποκειμενικές δυνάμεις.

Το δίπολο περιθωριοποίηση-ενσωμάτωση πρέπει να σπάσει. Το κείμενο τοθ Κώστα μας αποτελεί ουσιαστική και πρωτοπόρα συνεισφορά για το σκοπό αυτό.

Η υπέρβαση του όμως δεν πραγματοποιείται με το να αλλάξει κανείς από καιρό σε καιρό τις δό­σεις ανάμεσα στα δύο,

ανάμεσα στο «όραμα» και στους «συσχετισμούς».

Αλλά με το να προωθεί πρακτικά στη ζωή ένα άμεσο πρόγραμμα ανα­τροπής της κυρίαρχης πολιτικής και των υπαρκτών συσχετισμών από τη σκοπιά των επαναστατικών ελευθε­ριών που έχει ανάγκη η εργαζόμενη πλειοψηφία.

Με το να υπηρετεί στα­θερά, επίμονα και μακρόχρονα τη στρατηγική της «αντίστροφης μέτρη­σης» για το σύνολο της εργατικής τάξης και του αριστερού εργατικού κινήματος. Αυτή η άποψη βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου.

Για όλους αυτούς τους αλληλο­συνδεόμενους παράγοντες, η επεναστατική κίνηση του εργατικού κινή­ματος βρίσκεται αντικειμενικά στις σημερινές συνθήκες σε μια αρχική πρωτόλεια κατάσταση σε διεθνή κλίμακα. Παράλληλα, έχει την αντικειμενική τάση μιας γοργής και ριζικής ποιοτικής ανάπτυξης με βάση τις εκπληκτικές ταχύτητες της εποχής και τις επιτακτικές ανάγκες και δυνατότητες των καταπιεσμέ­νων.

Η κανιβαλική αστική πολιτική που προωθείται για το ξεπέρασμα της κρίσης, από τη μια,

και η αφύπνιση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα, από την άλλη,

θέτουν με υλικούς πλέον όρους, το ζήτημα

του κομμουνιστικού κόμματος της εποχής μας,

του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου και του αντικαπιταλιστικού μαζικού κινήματος του νέου αιώνα.

Η ανάγκη κάλυψης αυτού του κενού επανέρχεται διαρκώς και με μεγαλύτερη οξύτητα.

Και επανέρχεται σε μια εποχή όπου η εξέλιξη της ταξικής πάλης, οι αντιθέσεις, τα όρια και τα αδιέξοδα της προωθούμενης αστικής στρατηγικής οδηγούν στην ωρίμανση μιας ιστορικών διαστάσεων σύγκρουσης ανάμεσα στις τάσεις καπιταλιστικής καθήλωσης –και μάλιστα καθήλωσης στον πιο βάρβαρο καπιταλισμό που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα– και στις τάσεις και τις δυνατότητες αναχαίτισης και ανατροπής αυτής της πολιτικής, τις τάσεις και τις δυνατότητες αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, κοινωνικής επανάστασης και κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Η σύγχρονη εργατική τάξη καθώς πλουτίζεται από τα χτυπημένα μεσαία στρώματα και καθώς ανακατεύεται από τη σύγχρονη μαζική μετανάστευση

Συγκροτεί έναν πολυκόσμο με αυξημένες εσωτερικές αντιθέσεις

Γι αυτό ακριβώς

Η ενότητας της αποτελεί το πρωταρχικό και ταυτόχρονα το καθοριστικό ζήτημα

Ενότητα που δεν μπορεί παρά να συγκροτείται, να αίρεται και να ανασυγκροτείται μέσα σε μια δυναμική κίνηση

Ακριβώς λόγω αυτής της δυναμικής, της ποσοτικής και ποιοτικής της ανάπτυξης και των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και διαιρέσεων δεν μπορεί παρά να υπάρχουν πολλά κόμματα εργατικής και κομμουνιστικής αναφοράς,

Εκεί σ’ αυτό το νέο πολιτικό και κοινωνικό πολυκόσμο, το κόμμα ηγεμόνας θα είναι ο έμπρακτα αναγνωρισμένος και όχι ex ofizio ως τμήμα της τάξης, αδιαίρετη εμπροσθοφυλακή της.

Ακριβώς γιατί αυτή είναι η εικόνα του σύγχρονου πολυκόσμου της εργατικής τάξης αλλά και γιατί

η οικοδόμηση μιας κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας του σύγχρονου προλεταριάτου με τα άλλα μη προλεταριακά καταπιεζόμενα στρώματα της πόλης και του χωριού αποτελεί σημαντική πλευρά για την υλική, την πραγματική ανάπτυξη του κινήματος στη γενική του έννοια

ακριβώς γι αυτό η επεξεργασία και άσκηση μετωπικής αποκτά κρίσμη, αποφασιστική και καθοριστική σημασία, συνδέεται οργανικά στη βασική θέση του μαρξισμού πως

«η απελευθέρωση των εργατών είναι έργο των ίδιων των εργατών».

.Αυτός είναι ο θεμελιακός «νόμος» του επαναστατικού υποκειμένου που διαπερνά όλο το βιβλίο..

Επισημαίνοντας πως η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και η επανάσταση, η εργατική εξουσία και η μετάβαση προς την κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση είναι έργο, όχι γενικά και αφηρημένα της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος, αλλά του μετασχηματιζόμενου με την παρέμβαση της πρωτοπορίας αντικαπιταλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης και, τελικά, της επαναστατικοποιημένης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των σύμμαχων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Επομένως, το πολιτικό επαναστατικό υποκείμενο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αποτελείται από την ενότητα και την αλληλεπίδραση του κόμματος (της ειδικής στρατηγικής πρωτοπορίας), του πολιτικού μετώπου (της γενικής και πολιτικά αποφασιστικής πρωτοπορίας), και των αντικαπιταλιστικών τάσεων των αγωνιζόμενων εργατικών-λαϊκών μαζών.

Τιστορικό πολιτικό υποκείμενο της αντικαπιταλιστικής πάλης και της κοινωνικής χειραφέτησης είναι ευρύ και ιστορικά εξελισσόμενο-μετασχηματιζόμενο, καθώς εμπεριέχει το μαζικό κίνημα με την κλασική/στενή έννοια του όρου (κυρίως το συνδικαλιστικό κίνημα), το πολιτικό μέτωπο και το κόμμα της εργατικής τάξης, στη διαλεκτική τους σχέση. Περιλαμβάνει το σύνολο των πολιτικών, θεωρητικών, πολιτισμικών ή άλλων συγκροτήσεων που έχουν ως προμετωπίδα την αυτοτελή κοινωνικοπολιτική παρουσία του προλεταριάτου, των ηγεμονευόμενων από αυτό σύμμαχων φτωχομεσαίων στρωμάτων και της νεολαίας, στη βάση των άμεσων και στρατηγικών του αναγκών.

Η ίδια η παραγωγή επαναστατικής πολιτικής και θεωρίας πρέπει επομένως να αντιμετωπιστεί ως δραστηριότητα που μπορεί να αναδυθεί και από τα ίδια τα σπλάχνα και την αγωνιστική κίνηση της εργατικής τάξης, ως οργανικό στοιχείο αυτής της κίνησης. Αυτή η δυνατότητα, ωστόσο, μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη συμβολή των ειδικών, των μερικών πολιτικών, θεωρητικών πρωτοποριών, που αποτελούν αναγκαία και αναγεννώμενη μορφή κίνησης της επαναστατικής πράξης.

Η ύπαρξη και συγκρότηση πρωτοποριών με ποικίλο βαθμό πολιτικής συνειδητότητας δεν είναι μια αυτάρεσκη επινόηση όποιων αυτόκλητα αποδίδουν στον εαυτό τους τέτοιο ρόλο.

Η δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί και να κατανοηθεί η πραγματικότητα και να αναπτυχθεί δράση για την αλλαγή της δεν πραγματώνεται ισόμετρα σε όλες τις τάξεις, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους ανθρώπους.

Πραγματώνεται με ποικιλία μορφών και ανισόμετρα, γεγονός που οφείλεται στην πολυπλοκότητα των καταστάσεων, στις ξεχωριστές κάθε φορά περιστάσεις, στις διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και στην κοινωνικά διαστρωματωμένη κοινωνία.

Επομένως, η γέννηση και η ύπαρξη πρωτοποριών αποτελεί «νόμο» κίνησης της ταξικής πάλης, χαρακτηριστικό της ιστορικής κίνησης της εργατικής τάξης.

Και μάλιστα υπό μια διπλή έννοια: οι πρωτοπόρες πολιτικά δυνάμεις ενσαρκώνουν, από τη μια, την πιο προωθημένη έκφραση των χειραφετητικών τάσεων που ενυπάρχουν στην κοινωνική συγκρότηση και συμπεριφορά της εργατικής τάξης και,

από την άλλη, αντεπιδρούν στην κίνηση της τάξης, επηρεάζοντας την πολιτική κατεύθυνση και στόχευσή της.

Οι πρωτοπορίες αποτελούν προωθημένο «απόσπασμα»-αντανάκλαση της ιστορικής κίνησης της εργατικής τάξης, των δυνατοτήτων και των αντιφάσεών της, και όχι διαδικασία και συγκρότηση αποσπασμένη από αυτή την κίνηση.

Δεν υποκαθιστούν ούτε αντικαθιστούν τον μαζικό πολιτικό αγώνα της τάξης, δεν «κάνουν» την επανάσταση ούτε «παίρνουν» την εξουσία εξ ονόματος και για λογαριασμό της εργατικής τάξης. Με αυτή την έννοια, η μετατροπή της εργατικής τάξης από «τάξη καθ’ εαυτήν» σε «τάξη για τον εαυτό της» απαιτεί την αλληλεπίδραση των ριζοσπαστικών τάσεων που ξεπηδούν αυθόρμητα από τον ίδιο της τον κοινωνικό χαρακτήρα, τόσο στον οικονομικό-κοινωνικό όσο και στον γενικότερο πολιτικό αγώνα, με τη συνειδητή έκφραση αυτών των τάσεων. Απαιτεί τη συγχώνευση της αντικειμενικά χειραφετητικής πλευράς της εργατικής τάξης με την ολοκληρωμένη, συνειδητή και προγραμματικά διατυπωμένη της έκφραση (στους φορείς και τα επίπεδα που αυτή συγκροτείται).

Οι πρωτοπορίες ποικίλλουν ως προς το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης και συγκρότησης: Υπάρχουν πρωτοπορίες του πολιτικού αγώνα για τα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα της εργατικής τάξης (τα σχήματα-συσπειρώσεις σε χώρους εργασίας και σπουδών ή σε γειτονιές και πόλεις).

Πρωτοπορίες που συγκροτούνται στη βάση της αντίθεσης με την κυρίαρχη στρατηγική του αστικού συνασπισμού εξουσίας σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Τέτοιες είναι τα συνολικά πολιτικά μέτωπα.

Και, τέλος, πρωτοπορίες που η βάση συγκρότησής τους εδράζεται κατά κύριο λόγο σε στρατηγικά και θεωρητικά στοιχεία (κομμουνιστικά ή άλλα εργατικά κόμματα).

Καθεμιά από αυτές τις διαδικασίες-μορφές που συγκροτούν τις πρωτοπορίες του εργατικού κινήματος έχει την αυτοτέλειά της, την ειδική αξία της, το ειδικό βάρος της, αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.

Σε αυτήν τη σχέση, το κόμμα είναι ο πρωταρχικός και το μέτωπο είναι ο καθοριστικός και ο πολιτικά αποφασιστικός παράγοντας. Στη σχέση του με τη συνολική επαναστατική πάλη, με την αντικαπιταλιστική δράση της τάξης, το μέτωπο είναι το πρωταρχικό, ενώ η συνολική επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των σύμμαχών της στρωμάτων είναι το καθοριστικό. Στο πλαίσιο αυτό, η αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα του μαζικού κινήματος, η συγκροτημένη και μόνιμη μορφή της αντικαπιταλιστικής τάσης-δράσης της τάξης, αποτελεί βασικό κρίκο σύνδεσης της πρωτοπορίας με την τάξη, αλλά και προϋπόθεση ποιοτικής ανάπτυξης της εργατικής συνείδησης.

Στο σύνολό τους και στη διαλεκτική αλληλεπίδρασή τους, οι πρωτοπορίες αυτές αποτελούν το «κόμμα με την ευρεία και ιστορική έννοια» (Μαρξ).

Η επίλυση στο πρόβλημα του επαναστατικού υποκειμένου στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, της δομικής κρίσης του και της ανελέητης αστικής επίθεσης, δεν έγκειται στην «κατάργηση» ή «συγχώνευση» κάποιας από τις τρεις πλευρές σε μια άλλη.

Καμία από αυτές τις τρεις, ιστορικά κατακτημένες πλευρές του επαναστατικού υποκειμένου δεν «καταργείται», ούτε «συγχωνεύεται» ετσιθελικά, χωρίς βαρύτατες συνέπειες για το εργατικό κίνημα στο σύνολό του. Διότι και οι τρεις εδράζονται στους αντικειμενικούς «νόμους» συγκρότησης της μισθωτής εργασίας, αλλά και στους αντικειμενικούς «νόμους» γέννησης και ύπαρξης των πρωτοποριών, στον καπιταλισμό, όπως αποδεικνύει ο Τζιαντζής.

Το ζήτημα, επίσης, δεν λύνεται με μια αυθαίρετη «πριμοδότηση» της μίας ή της άλλης πλευράς, ούτε και με μια δήθεν «διαλεκτική», βολική και στην ουσία δογματική απάντηση ότι «είμαστε γενικά και με τις τρεις πλευρές».

Το ζήτημα είναι η «επανανακάλυψη» και των τριών πλευρών από το επαναστατικό εργατικό κίνημα και τις πρωτοπορίες του, καθώς και η «αποκατάσταση» μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ τους, θεωρητικά αλλά και συγκεκριμένα πρακτικά, με βάση την εποχή, την κρίση και το ιστορικό μεταίχμιο στο οποίο βρισκόμαστε. Από αυτή τη σκοπιά, η θεωρητική σύλληψη του Τζιαντζή αποτελεί μια σπουδαία συνεισφορά στον αγώνα για μια τομή στη θεωρία και στην πρακτική συγκρότηση του υποκειμένου της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, εργατικής πολιτικής.

Οι αφετηριακές αυτές θέσεις βάλλονται από δύο διαφορετικές σκοπιές: Αφενός, από τα γραφειοκρατικά αποστεωμένα ρεύματα κομμουνιστικής αναφοράς, που αναγορεύουν την ενίσχυση ή την ανοικοδόμηση της κομμουνιστικής πρωτοπορίας στο «άλφα και το ωμέγα» του πολιτικού αγώνα, σε βάρος τελικά και του κόμματος και του μετώπου και του κινήματος. Αφετέρου, από εκείνους που αποθεώνουν τις κινηματικές και απαξιώνουν τις πολιτικές και στρατηγικές δυνατότητες της εποχής – ένα ευρύτατο φάσμα δυνάμεων, που ξεκινούν από τη διαχειριστική Αριστερά για να φτάσουν ως την αυτονομία και τον αναρχισμό, οι οποίες υποκαθιστούν στην πράξη τις «επάρατες» πρωτοπορίες με τις κοινοβουλευτικές ομάδες ή τις ομάδες κρούσης στο όνομα του κινήματος.

Η θεωρία και η πρακτική της συγκρότησης πρωτοποριών στην κοινωνική και πολιτική δράση των εργαζομένων και της νεολαίας έχει δεχθεί ισχυρά πλήγματα τις τελευταίες δεκαετίες. Η αμφισβήτηση αυτή έχει τη μήτρα της στη μετάλλαξη και τον εκφυλισμό τόσο του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος, όσο και άλλων αποπειρών απελευθέρωσης του ανθρώπου. Η αντικατάσταση της διαλεκτικής της σχέσης πρωτοπορίας – τάξης, με τα φαινόμενα του εργολαβικού ρόλου «εκπροσώπησης» των εργαζομένων, από τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα και ο ρόλος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην υπονόμευση και το ξεπούλημα των εργατικών αγώνων, καθώς και άλλα παρόμοια φαινόμενα, προβληματίζουν σοβαρά χιλιάδες αγωνιστές και αναπτύσσουν αντιδιαλεκτικές προσεγγίσεις στους τρόπους εξέλιξης της κοινωνικής, πολιτικής και θεωρητικής πάλης στην εποχή μας.

Ωστόσο, ο βαθύτερος πυρήνας του προβλήματος, έγκειται στα θεωρητικά σχήματα που «ξεμπερδεύουν» με την εργατική τάξη σαν τη βασική δύναμη ανατροπής της σημερινής βάρβαρης επίθεσης του κεφαλαίου και δημιουργού μια ριζικά διαφορετικής κοινωνίας.

Αυτά τα θεωρητικά σχήματα, αποτελούν, φιλοσοφικά και μεθοδολογικά, το alter ego των θεωριών που αντιμετώπιζαν την ετ άλλοτε σαν ιερό τέρας με καταπλακωμένους, στη χειρότερη περίπτωση, τους θησαυρούς του ταξικού ενστίκτου της κάτω από τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς του αντίπαλου και τις φριχτές δολοπλοκίες και προσδοκίες των αρχηγών. Και άλλοτε α σαν θείο βρέφος με ειδικές ανάγκες που περιμένει τους μεσσίες παιδαγωγούς προκειμένου να πει τα λιγοστά της λόγια και μάλιστα μόνο στη φάση της Δευτέρας Παρουσίας των επαναστατικών κρίσεων.

Γι’ αυτό άλλωστε δεν είναι τυχαίο το ότι αρκετοί από τους διαμορφωτές και τους οπαδούς αυτών των θεωρητικών συλλήψεων, έχουν περάσει από το ένα ρεύμα στο άλλο, υποστηρίζοντας σήμερα την «εξαφάνιση» της εργατικής τάξης με τον ίδιο φανατισμό, που διέκρινε την πρότερη θητεία τους στο ρεύμα της «αγιοποίησής» της. Και αφού δεν υπάρχουν πλέον πρωτοπόρες τάξεις αλλά το «πλήθος των πολλαπλά εκμεταλλευόμενων μοναδικοτήτων», το οποίο μάλλον ως εκ θαύματος θα συμφωνήσει και θα απελευθερωθεί, βασισμένο σε μια κοινωνικά και ιστορικά απροσδιόριστη επιθυμία, δεν υπάρχει κανείς λόγος να συζητάμε για τις σημερινές, ειδικές ή συνολικές πρωτοπορίες του κινήματος και της πολιτικής πάλης.

Η ζωή βέβαια, συνεχίζει να αναδεικνύει πρωτοπορίες ακόμη και όταν αυτές δεν έχουν συναίσθηση του ρόλου τους ή διαφωνούν με τον ίδιο το ρόλο.

Η προσπάθεια για την πορεία ταυτόχρονης συγκρότησης και του μετώπου και του κόμματος και του αναγεννημένου κινήματος, φαντάζει αδύνατη.

…Σήμερα, σημείωνε ο Κώστας, το πιθανό και το απίθανο κατανέμονται με ένα παράξενο τρόπο.

Στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας το αδύνατο γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από ένα «Δεν μπορείτε “…

Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε το τι είναι δυνατό και τι αδύνατο”.

Σάββατο 14.2.2014