ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΜΕΛΛΟΝΤΑ

Των Αλέξανδρου Γεωργίου & Γιώργου Μαριά

Ο ερχομός των ρομπότ

Είναι κοινή παραδοχή ότι βρισκόμαστε εν μέσω μιας διαδικασίας ταχείας ανάπτυξης νέων τεχνολογιών σε πολλαπλά επίπεδα. Η γενικευμένη εισαγωγή νέων τεχνολογιών αιχμής στην παραγωγική διαδικασία έχει ονομαστεί 4η βιομηχανική επανάσταση (industry 4.0) από τα πιο «επίσημα» χείλη (World Economic Forum, 2017). Οι βασικοί τομείς της αφορούν κυρίως την αυτοματοποίηση – ρομποτική, την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και την καθολικοποίηση της διασύνδεσης μεταξύ «πραγμάτων / μηχανών» (internet of things) και ανθρώπων. Στο παρόν κείμενο θα μας απασχολήσουν τα αποτελέσματα αυτής της ενσωμάτωσης στην παραγωγή, αφήνοντας εκτός πολύ σημαντικά θέματα που άπτονται της ανάπτυξης αυτών των τεχνολογιών, θέματα που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης με σοβαρές ηθικές προεκτάσεις (βιοτεχνολογία και βιοηθική, δημιουργία «επικίνδυνα έξυπνων» ή «δυνατών» μηχανών/ρομπότ κτλ).

Αρκεί κάποιος να ανατρέξει πρόχειρα σε μια σειρά «φουτουριστικών» site για να «μαγευτεί» από τις πιθανές εφαρμογές στο άμεσο μέλλον σε μαζική κλίμακα: αυτοκινούμενα οχήματα, τρισδιάστατοι εκτυπωτές που μπορούν να «εκτυπώνουν» σπίτια σε μια μέρα ή ανθρώπινα όργανα για ιατρικούς λόγους, τεράστια θερμοκήπια που λειτουργούν χωρίς ούτε έναν εργάτη – και ο κατάλογος είναι πραγματικά ατελείωτος. Οι προβλέψεις, άμεσες και μεσοπρόθεσμες, είναι εντυπωσιακές όσον αφορά τις δυνατότητες που ανοίγουν για την ανθρωπότητα. Ταυτόχρονα όμως, είναι εφιαλτικές ως προς τα πιθανά κοινωνικά αποτελέσματα τους, ιδιαίτερα όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας, λόγω της αυτοματοποίησης πολλαπλών εργασιακών διαδικασιών. Ήδη εκτιμάται ότι τα επόμενα πέντε χρόνια θα χαθούν εφτά εκατομμύρια θέσεις εργασίας, ενώ θα δημιουργηθούν μόνο δύο, σε 15 αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες (Καρακασίδης, 2016), και το μερίδιο των ρομπότ στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να εκτιναχθεί από το 10% στο 2015 στο 45% το 2025 (Bank of America, 2015). Το νέο κύμα αυτοματοποίησης μακροπρόθεσμα θα κοστίσει πολύ περισσότερες, όχι μόνο ανειδίκευτες, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, αλλά και ειδικευμένες θέσεις του τριτογενή τομέα (Srnicek & Williams, 2015).

Η 4η βιομηχανική επανάσταση ενδέχεται να αποτελέσει τον καταλύτη για πληθώρα μακρόχρονων τάσεων του σύγχρονου καπιταλισμού και του κυρίαρχου πολιτικοοικονομικού μοντέλου, οδηγώντας σε έκρηξη των αντιφάσεων του. Από αυτή τη σκοπιά είναι κρίσιμη η έγκαιρη διάγνωση των βασικών τάσεων και η μελέτη των αλλαγών που φαίνεται ότι θα επιφέρει, χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα για κάποιο επικείμενο «τέλος του καπιταλισμού». Άλλωστε, οι τεχνολογικές επαναστάσεις αποτελούν συχνά το υπόβαθρο για μια «δημιουργική καταστροφή» αλά Schumpeter (ή πιο σωστά μιας νεοφιλελεύθερης ανάγνωσής του) μέσα από την οποία ξαναμοιράζονται οι αγορές και αναδεικνύεται ένα νέο παραγωγικό, οικονομικό, τεχνικό και τελικά κοινωνικό υπόδειγμα.

Κρίση του κεφαλαίου και φυγή προς τα εμπρός

Υπάρχει ένα ζήτημα περιοδολόγησης, σε σχέση με το αν οι τεχνολογίες που αναφέραμε αποτελούν τομή στο πλαίσιο της διαρκούς τεχνολογικής εξέλιξης ή είναι συνέχεια του προηγούμενου κύματος της «πληροφορικής» επανάστασης, που αφορά κυρίως τον προσωπικό υπολογιστή, το διαδίκτυο, τα logistics, τα έξυπνα τηλέφωνα και τα κοινωνικά δίκτυα. Σε κάθε περίπτωση, ενώ κάποιες τεχνολογίες ήταν διαθέσιμες από τη δεκαετία του 1980, πλέον υπάρχει η φτηνή τεχνική βάση αλλά και η ανάγκη να συνδυαστούν με ένα νέο παραγωγικό τρόπο. Άλλωστε, οι μηχανές υποκαθιστούν την εργασία μόνο όταν γίνουν αθροιστικά πιο φτηνές και παραγωγικές από αυτήν.

Μια σημαντική διαφορά των δύο κυμάτων είναι ότι το πρώτο εισήχθη σε μια περίοδο επέκτασης της συσσώρευσης, ενώ το παρόν κύμα σε μια εποχή σχετικής στασιμότητας και κρίσης. Πρόκειται για ανάγκη αλλά και ελπίδα διεξόδου για το κεφάλαιο, που προσπαθεί να κάνει μια «φυγή προς τα εμπρός» σε πολλαπλά επίπεδα (κερδοφορία, ασφάλεια, ιδεολογία), σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τις ελίτ. Η διαδικασία αυτή φαίνεται να έχει φέρει εν μέρει αποτελέσματα, καθώς οι εταιρίες – ναυαρχίδες των νέων τεχνολογιών (όπως η Apple, η Facebook ή η ανερχόμενη Tesla) έχουν κάνει άλματα σε σχέση με το 2007 που ξέσπασε η κρίση, όταν είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος, χρηματιστηριακή αξία και δύναμη[1].

Οι νέες τεχνολογίες επενδύονται με έναν ιδεολογικό μανδύα καθώς, σε μια περίοδο απονομιμοποίησης των κυρίαρχων πολιτικών, γίνεται προσπάθεια να αποτελέσουν το νέο θετικό πρόταγμα του κεφαλαίου, ένα σύγχρονο φουτουριστικό ιδεολογικό «όραμα» προς πώληση (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Τόσο η «φιλελεύθερη» πτέρυγα της Silicon Valley όσο και πιο συντηρητικές μερίδες του κεφαλαίου προβάλλουν ένα τέτοιο όραμα τέχνο – ουτοπίας. Η πρώτη ένα πιο «δημοκρατικό» και αυτόνομο, που προωθεί ένα άπλωμα των υπηρεσιών (apps, κοινωνικά δίκτυα, cloud) όπου ο «καθένας» μπορεί να συνεισφέρει (και να πλουτίσει) με μία καινοτόμα start up, ενώ η δεύτερη ένα πιο συγκεντρωτικό και αυταρχικό όραμα, όπου η αφθονία θα προκύπτει από την πλήρη αυτοματοποίηση της παραδοσιακής βιομηχανίας. Αυτή η διαφοροποίηση αντανακλάται στην πολιτική τοποθέτηση των «ηγετών» των δύο μερίδων, που θεωρούνται σημαίνοντα δημόσια πρόσωπα, με πολιτικές παρεμβάσεις, των «δημοκρατικών» Zuckerberg και Gates και του συντηρητικού, συμβούλου του Trump, Elon Musk της Tesla.

Όλα όμως τα παραπάνω σχέδια «σκοντάφτουν» στο δομικό πρόβλημα της ανεργίας και του  άμεσου κινδύνου της αύξησης των ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτή η τάση, που λαμβάνει μορφές σχετικής υστερίας («τα ρομπότ θα μας κλέψουν τις δουλειές»), είναι που αναγκάζει τον Bill Gates να προτείνει κάτι εξωφρενικό για οποιαδήποτε μορφή κλασικής πολιτικής οικονομίας: την φορολόγηση των ρομπότ και την χρηματοδότηση με αυτόν τον τρόπο ενός βασικού εγγυημένου εισοδήματος για όλους, ώστε να μπορούν να αφοσιωθούν σε εργασίες «φροντίδας» ή στην εκπαίδευση[2]. Αυτή η φαινομενικά παράλογη πρόταση είναι απολύτως λογική για ένα πολύ σοβαρό λόγο: «δυστυχώς για τους καπιταλιστές τα ρομπότ δεν αγοράζουν προϊόντα» (Mandel, 2003).

Και η αριστερά;

Η δυνατότητα του κεφαλαίου να έχει το ιδεολογικό προβάδισμα όσον αφορά τις νέες τεχνολογίες, εδράζεται, πέρα από το αντικειμενικό πλεονέκτημα της κατοχής και παραγωγής των σύγχρονων μέσων παραγωγής, στην έλλειψη ενός εναλλακτικού οράματος για την γενικευμένη εφαρμογή τους. Σε αυτό το τοπίο η αριστερά, που δεν καταλαβαίνει τι λένε τα κομπιούτερ και οι αριθμοί, μπαίνει στη συζήτηση αργοπορημένη. Ένας συνδυασμός ιστορικών παραγόντων είχε ως αποτέλεσμα, πέρα από ελάχιστα ρεύματα της παγκόσμιας αριστεράς (πχ θεωρητικών της ιταλικής εργατικής αυτονομίας), οι νέες τεχνολογίες να θεωρούνται προνομιακό πεδίο του αντιπάλου – όχι φυσικά αδίκως,  καθώς πολλές από αυτές αναπτύχθηκαν άμεσα ή έμμεσα προς όφελος της έντασης της διάχυτης «κοινωνίας του ελέγχου» – σαν εργαλεία παρακολούθησης, καταστολής,  πόλεμου και προπαγάνδας. Στο νέο πεδίο που διαμορφώνεται, μια τεχνοφοβική αριστερά θα αδυνατεί να κατανοήσει τις εξελίξεις και θα αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τα νέα υποκείμενα που αναδύονται στο σύγχρονο – μίγμα «πραγματικού» και «ψηφιακού» – κόσμο, τροφοδοτώντας ένα ιδιόμορφο, ρομαντικό ρεύμα μιας αδύνατης επιστροφή στο παρελθόν.

Στη βάση της σχετικής υποχώρησης μιας σύγχρονης κομμουνιστικής αναζήτησης, αναδείχθηκαν διάφορα αποσπασματικά «τεχνοαπελευθερωτικά» ρεύματα με εξαιρετικά αποκλίνουσες διαδρομές, κάποια εκ των οποίων έχουν καταλήξει μέχρι και σε ένα σύγχρονο είδος τεχνοφασισμού (Γεωργίου, 2017). Κάποια όμως από αυτά τα ρεύματα, που προέκυψαν εντός του σύγχρονου αναδυόμενου ψηφιακού υποκειμένου, μπορούν να συμβάλλουν (και έχουν ήδη συμβάλλει) θετικά στην απαιτούμενη θεωρητική αναζήτηση, σε μια προσπάθεια να καλυφθεί το χαμένο έδαφος.

Ξεχωρίζουμε δύο όψεις της μαρξιστικής κληρονομιάς που αναδεικνύουν σημαντικές πτυχές του θέματος και έχουν αποτελέσει αντικείμενο πρόσφατων ερευνών από αρκετούς στοχαστές. Η πρώτη αφορά στην ανάλυση του καπιταλισμού της εποχής, της πρωτοφανούς αύξησης των ανισοτήτων, της μόνιμης μαζικής ανεργίας και τους πολλαπλούς τύπους αποκλεισμών, υπό το πρίσμα της ανάλυσης του Marx στον 1ο τόμο του κεφαλαίου για το γενικό νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, που συσχετίζει τη συσσώρευση κεφαλαίου με τις επιπτώσεις στον εργατικό πληθυσμό.  Η διαρκής τάση για μείωση της απαιτούμενης «ζωντανής εργασίας» συνυπάρχει με την εμμένουσα τάση της αυξανόμενης περιθωριοποίησης μεγάλων μερίδων του συνεχώς αυξανόμενου (σε απόλυτο μέγεθος και όχι σε ρυθμό) πληθυσμού. Ο Marx στην ανάλυση του, που κατά τον Harvey φαίνεται σαν προφητεία του νεοφιλελευθερισμού (Harvey, 2010), συνδέει την τάση αυτή με μια εκτίμηση για διαρκώς αυξανόμενη ανεργία ή υποαπασχόληση. Οι τάσεις αυτές, με ένα τόσο μεγάλο άλμα στην αυτοματοποίηση, όπως αυτό που περιγράψαμε παραπάνω, επιβεβαιώνουν μια εκτίμηση για ένα δυστοπικό μέλλον.

Η δεύτερη μαρξιστική κληρονομιά είναι αυτή της επίκαιρης έννοιας της «γενικής διάνοιας» των Grundrisse. Πολλοί στοχαστές βλέπουν την εκπλήρωση της γενικής διάνοιας στην ελεύθερα (ως ένα βαθμό) διαμοιρασμένη πληθώρα πληροφοριών του διαδικτύου και στη μετατροπή της γνώσης σε άμεση παραγωγική δύναμη. Υποστηρίζουν ότι, κατά τον Marx, αυτό ήταν το ικανό επίπεδο ανάπτυξης της υλικής βάσης για το πέρασμα στην ώριμη κομμουνιστική κοινωνία (Ρούσης, 2008) και ότι το σύγχρονο γνωσιακό υποκείμενο μπορεί να είναι ο φορέας αυτής της αλλαγής.

Το μέλλον της εργασίας και εναλλακτικά μέλλοντα

Πράγματι, ανοίγονται νέοι δρόμοι χειραφέτησης σε έναν κόσμο, που τείνει σε πολλά βασικά ζητήματα (τροφή, στέγη) να έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει προβλήματα σπάνης, γεγονός αδιανόητο μέχρι και κάποια χρόνια πριν . Όμως, η εποχή της «γενικής διάνοιας» κινδυνεύει να είναι ταυτόχρονα η εποχή του μαζικού κοινωνικού αποκλεισμού (slums – παραγκουπόλεις, λούμπεν, ανεργία, πρόσφυγες – μετανάστες) και της αύξησης της ανισότητας σε ιστορικά υψηλά. Αυτή η κεντρική αντίφαση μεταξύ των δυνατοτήτων που ανοίγονται, του ασφυκτικού πλαισίου κερδοφορίας και των νέων μορφών εκμετάλλευσης που επιβάλλει το κεφάλαιο, έχει ανοίξει μια σειρά συζητήσεων και οπτικών για «εναλλακτικά μέλλοντα», που κινούνται ανάμεσα στην ουτοπία και τη δυστοπία (Frase, 2016), αντανακλώντας την ταλάντευση μεταξύ τάσεων χειραφέτησης και υποταγής.

Για παράδειγμα, είναι κοινή η αντίληψη, που αντανακλάται στην τέχνη, μιας δυστοπικής απεικόνισης του μέλλοντος, με βάση τις δυνατότητες ελέγχου και καταστροφής που συγκεντρώνονται στα χέρια των ελίτ, οι οποίες οχυρώνονται σε όλο και πιο περίκλειστες κοινότητες και θα ζουν «νοικιάζοντας» στις κατώτερες τάξεις από γη μέχρι υπηρεσίες, με μια τεράστια πλειοψηφία να ζει στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού ή να είναι «απόβλητοι». Αποτελεί προβολή στο μέλλον, τάσεων που ήδη ενυπάρχουν και ενισχύονται στο παρόν.

Από την άλλη, ρεύματα αντιφατικά ή/και ουτοπικά, όπως οι διάφοροι «μετά – καπιταλισμοί», οι προσπάθειες δηλαδή να τονιστούν οι δυνατότητες για υπέρβαση της ατομικής ιδιοκτησίας και της εμπορευματικής μορφής (θεωρίες commons, accelerationism [Srnicek & Williams, 2013]), προσπαθούν, συχνά με έναν «αφελή» τρόπο, να επαναφέρουν ένα συστατικό στοιχείο της κληρονομιάς τόσο του διαφωτισμού, όσο και των καλύτερων εποχών του κομμουνιστικού κινήματος: την επαναφορά της σχέσης των παραγωγικών δυνατοτήτων με το μέλλον, μέσω του οράματος για έναν μετά-καπιταλιστικό κόσμο πλήρους αυτοματοποίησης και της δυνατότητας να υπάρξει αυτός με το σημερινό επίπεδο παραγωγής και τεχνογνωσίας.

Το μέλλον της εργασίας είναι στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.  Η μερική ή πλήρης υποκατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές είναι εν μέρει πραγματικότητα στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί νέες θέσεις εργασίας με τον ίδιο ρυθμό, ενώ για πρώτη φορά είναι ορατό το ενδεχόμενο να ενταθεί το φαινόμενο αντικατάστασης ειδικευμένων εργασιών και στον τριτογενή τομέα, χωρίς να υπάρχει (ακόμα) κάποια πειστική πρόταση για το που θα διοχετευτεί το εργατικό δυναμικό αυτό.

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής

Καμία τεχνολογία δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ, ουδέτερη. Καμία πολιτική δεν είναι προοδευτική απλά και μόνο επειδή υπόσχεται ένα μέλλον τεχνολογικών «θαυμάτων». Η διαμεσολάβηση της τεχνολογικής επανάστασης από την καπιταλιστική οικονομία είναι καθοριστική (Frase, 2016). Ειδικά σε μία περίοδο που αυτή βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση/αστάθεια, δεν επιτρέπει μια απλή «οικειοποίηση» της υπάρχουσας τεχνολογίας προς μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Όσοι βλέπουν σε αυτό το κύμα αυτοματοποίησης μια εξέλιξη που μας φέρνει «αντικειμενικά» πιο κοντά στο τέλος του καπιταλισμού και ένα μετακαπιταλιστικό μέλλον (πόσο μάλλον αυτοί που θεωρούν ότι είμαστε ήδη σε αυτό), το πιθανότερο είναι ότι για άλλη μια φορά θα εκπλαγούν από τη δυνατότητα που έχει ο καπιταλισμός να αναπροσαρμόζεται στις συνθήκες που ο ίδιος δημιουργεί. Η απόσταση από την δυστοπία στην ουτοπία θα καθοριστεί από τον πολιτικό αγώνα.

Για παράδειγμα, η εισαγωγή των ρομπότ, όπως αναφέρθηκε, έχει φέρει στο προσκήνιο την καθιέρωση του παγκόσμιου ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Universal Basic Income), μια ιδέα που μοιράζονται πολλοί, από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος. Όμως, η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πρόταση αφορά την εισαγωγή ενός εγγυημένου εισοδήματος στο όριο της φτώχειας, που θα αντικαθιστά τις κοινωνικές παροχές και τα επιδόματα, διαιωνίζοντας την περιθωριοποίηση. Αποκομμένη από μια συνολικότερη βεντάλια διεκδικήσεων, είναι μια πρόταση που μένει μόνο στο ζήτημα της διανομής και δεν αγγίζει τους όρους παραγωγής και ιδιοκτησίας. Αν το αντικαπιταλιστικό κίνημα υιοθετήσει μια αντίστοιχη πρόταση, ως μέρος ενός συνολικότερου προγράμματος, θα είναι καθοριστικός ο πολιτικός αγώνας για τη νοηματοδότηση και την επιβολή της.

Εξάλλου, η τεχνική είναι φορέας κοινωνικών σχέσεων και ιδεολογίας από τη στιγμή που σχεδιάζεται. Εύγλωττο παράδειγμα ήταν η υιοθέτηση, από ένα chat bot της Microsoft με «προσωπικότητα» νέου κοριτσιού – μετά από 24 ώρες συναναστροφής με τους «πελάτες» του – ενός ακραία ρατσιστικού και σεξιστικού λόγου  (Horton, 2016). Ένα συνολικότερο παράδειγμα αποτελεί η συσχέτιση μεταξύ της κουλτούρας του αμερικάνικου πανεπιστημιακού campus και της σύλληψης και σχεδιασμού του Facebook, όπως εύστοχα απεικονίζεται στο Social Network του David Fincher.

Η διέξοδος μπορεί να βρεθεί σε μια αριστερά και ένα κίνημα που θα γνωρίζει καταρχήν τις τεχνολογικές εξελίξεις (ως φορέας παραγωγής τους) αλλά θα αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα τη μη ουδετερότητα της τεχνικής.  Οι βασικές προϋποθέσεις για να γίνει η αναγκαία, θεμελιώδης αναπροσαρμογή και ιεράρχηση των αιτημάτων, των μορφών οργάνωσης και της συνολικής «λογικής» ενός προγράμματος ανατροπής είναι η αναγνώριση των κοινωνικών δυνατοτήτων που ανοίγονται, των αλλαγών που επιφέρουν στο υποκείμενο και της αλλαγής λειτουργίας (και όχι ουσίας) των κοινωνικών σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας.

Μόνο υπό αυτό το πρίσμα, οι προτάσεις για έναν πλήρως αυτοματοποιημένο κομμουνισμό της αφθονίας («fully automated luxury communism») μπορεί και πρέπει να αποτελέσουν οδηγό δράσης, καθώς θέτουν με άμεσο τρόπο το ζήτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας και την επαναφορά του ζητήματος της ποιότητας της εργασίας και του ελεύθερου χρόνου, ζήτημα που ήταν στον πυρήνα του εργατικού κινήματος μέχρι τη δεκαετία του 1970 (ενώ έκτοτε περιορίστηκε κυρίως στη διαπραγμάτευση του μισθού). Ήδη, από σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις τίθεται το ζήτημα της άμεσης καθιέρωσης της τετραήμερης εβδομάδας ή της εξάωρης εργασίας (Murphy, 2017). Αν ο επιφανέστερος πρόδρομός τους, φανατικός υπέρμαχος του καπιταλισμού, John Maynard Keynes έγραφε το 1930 για εργασία 15 ωρών την εβδομάδα (Keynes, 1930), εμείς, που ζούμε στην εποχή για την οποία μιλούσε, ξέρουμε από την ιστορία ότι θα ήταν τραγικό λάθος την διαχείριση αυτών των δυνατοτήτων να την αφήσουμε στα χέρια της σοσιαλδημοκρατίας ή κάποιου άλλου εκφραστή της αστικής πολιτικής.

 

Παραπομπές

Γεωργίου Α. (2017), Στοιχεία κριτικής της πληροφορικής.

Καρακασίδης Σ. (2016), Απώλεια 7,1 εκατ. θέσεων εργασίας μέχρι το 2020, Η Καθημερινή 06.02.2016.

Ρούσης Γ. (2008), Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, Γκοβόστη.

Μαντέλ Ε. (2003), Tα μακρά κύματα της καπιταλιστικής εξέλιξης, μια μαρξιστική  ερμηνεία, Εργατική Πάλη.

Bank of America (2015), Robot Revolution – Global Robot & AI Primer.

Frase P. (2016), Four Futures: Life After Capitalism, Verso.

Harvey D. (2010), A Companion to Marx’s Capital (Volume 1), Verso.

Keynes J. M. (1930), Economic opportunities for our grandchildren.

Murphy K. (2017), Richard Di Natale: four-day week could help cope with jobs lost to automation, The Guardian, 14.03.2017.

Srnicek N. & Williams A. (2013), Accelerate Manifesto for an Accelerationist Politics.

Srnicek N. & Williams A. (2105), Inventing the Future: Postcapitalism and a world without work, Verso.

World Economic Forum (2017), The Global Risks Report 2017, 12th edition.

[1] Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_public_corporations_by_market_capitalization

[2] Πηγή: https://qz.com/911968/bill-gates-the-robot-that-takes-your-job-should-pay-taxes/