Το project Αναιρέσεις συνομιλεί με την ομάδα Deluders, με αφορμή την παράστασή τους:
PARADISE
ή μια ιστοριούλα χωρίς καμία τραγικότητα
-Η θεματική του έργου περιστρέφεται γύρω από τη γυναικεία κακοποίηση. Πώς ως ομάδα επιλέγετε το συγκεκριμένο θέμα και διαμορφώνετε το έργο;
Να πούμε καταρχάς πως δεν προϋπήρχαμε του έργου ως ομάδα! Ήμασταν γνωστοί-φίλοι από τη Δραματική Σχολή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας και, όταν κάποια στιγμή βρεθήκαμε και οι τρεις μόνιμα στην Αθήνα, η Δήμητρα μάς μάζεψε και μας μίλησε για την ιδέα της “να κάνουμε κάτι”, να δουλέψουμε μαζί. Είχε διαβάσει το βιβλίο “Το αίμα της αγάπης – ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση” και νομίζω την είχε εμπνεύσει πολύ αυτή ακριβώς η σκέψη, ότι το γυναικείο αίμα ρέει άφθονο ανά τους αιώνες. Θα τολμήσω να πω, με κίνδυνο να τα έχω ξεχάσει και λιγάκι μετά από τόσες ζυμώσεις, ότι οι πρώτες μας συζητήσεις αφορούσαν το αίμα που ρέει εν γένει και όχι συγκεκριμένα το γυναικείο. Έχοντας όμως το βιβλίο σαν οδηγό, δεν μπορούσαμε παρά να οδηγηθούμε στο έμφυλο ζήτημα. Εγώ να πω την αλήθεια δεν είχα σκεφτεί ποτέ να ασχοληθώ καλλιτεχνικά με ένα τέτοιο θέμα, γιατί με φόβιζε ο τρόπος που θα το αγγίζαμε, μη γίνει κλισέ, βαρύ, διδακτικό. Όμως εντρυφώντας, διαβάζοντας και ψάχνοντας, μου έφυγε ο φόβος αυτός αμέσως. Διαβάζαμε αφηγήσεις γυναικών και ιστορίες που έγιναν πριν 70-80 χρόνια και ξαφνικά οι ηρωίδες έπαυαν να είναι χάρτινες, τις διάβαζα ως γυναίκα απέναντι σε γυναίκες. Ταυτόχρονα, η επικαιρότητα ήταν τρομακτικά οικεία με το θέμα μας, στο συνολικό διάστημα προετοιμασίας της παράστασης έγιναν πάνω από 10 γυναικοκτονίες. Όλο αυτό οδήγησε στο η οπτική μας και το συναίσθημά μας να διαμορφώνεται και να συνδιαμορφώνεται με των υπολοίπων συνεχώς κατά τη διαδικασία δημιουργίας της παράστασης. Και οι τρεις μετακινηθήκαμε, ο καθένας με άλλον τρόπο και προς άλλη κατεύθυνση, όμως ήταν μια ουσιώδης μετακίνηση που μας οδήγησε τελικά και στο να αποφασίσουμε να γίνουμε ομάδα. (Μαίρη Χρυσανθακοπούλου)
-Οι ιστοριούλες του χθες που αναπαράγουμε με ελαφρότητα μάς πληγώνουν και σήμερα. Μύθοι, λαϊκή παράδοση, μνήμες είναι βασικά στοιχεία της παράστασης. Μιλήστε μας για το λόγο που επιλέξατε να φέρετε τη λαϊκή παράδοση στο προσκήνιο για να περιγράψετε την έμφυλη βία.
Δεν ξέρω αν ήταν εξαρχής συνειδητό ότι θα πάμε προς τα εκεί, ξέρω όμως ότι με το που αρχίσαμε να ερευνούμε πάνω στο κομμάτι της έμφυλης βίας και να αναζητούμε να πιάσουμε το νήμα από κάπου, είχαμε πολύ έντονη την αίσθηση ότι αυτό το βαρέλι δεν έχει πάτο. Ξεκινήσαμε από ιστορίες δικές μας ή ιστοριούλες που θυμόμασταν ως παιδιά· με τα ενήλικα πια μάτια μας ξαφνικά συνειδητοποιούσαμε πως κάτι τραγικό βρισκόταν από πίσω. Προχωρήσαμε σε ιστορίες της γενιάς των γιαγιάδων μας και ξαφνικά δεν ήταν απλά “η τάδε που αγάπαγε άλλον αλλά την πάντρεψαν με προξενιό”, αλλά ήταν ένα κορίτσι δικό μας, που στ’ αλήθεια πόνεσε και έκλαψε με δάκρυα πραγματικά για την κλεμμένη ζωή της. Αυτή η εξοικείωσή μας με τον πόνο και τη βία ήταν που μας τρόμαξε. Κι εκεί κάπου ακόμα πιο πίσω, διαβάζοντας κι ακούγοντας τη λαϊκή μας παράδοση, ήταν που συνειδητοποιήσαμε πως στην Ελλάδα η έμφυλη βία ανάγεται σε…ταυτοτικό ζήτημα. Χορεύεται, τραγουδιέται, γιορτάζεται. Διαβάζεται στο αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού. Κηρύσσεται στην εκκλησία κάθε Κυριακή που ακούμε για την αμαρτωλή Εύα που παρέσυρε τον Αδάμ. Άραγε, αν μιλήσουμε για όλα αυτά, μήπως ξορκίζεται; Αυτό ελπίσαμε και γι’ αυτό φέραμε την παράδοση ως βασικό στοιχείο της παράστασης. (Μαίρη Χρυσανθακοπούλου)
-Πώς επεξεργαστήκατε και πόση έμπνευση προσέφεραν τα βιβλία του Π. Μπουκάλα που αξιοποιηθηκαν για τη διαμόρφωση της παράστασης;
Ο τρόπος με τον οποίον χειρίζεται το λόγο, πλάθει λέξεις παίζοντας με τον ήχο και δημιουργώντας ποίηση ήταν για εμάς η αρχή για να αγαπήσουμε βαθιά τη γραφή του Π. Μπουκάλα. Ο Παντελής είναι ένας άνθρωπός που έχει “καταπιεί” την ιστορία του κόσμου και βρίσκει τον τρόπο γράφοντας να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν έτσι που σε “χτυπάει” κατευθείαν στην καρδιά. Αφορμή για να ξεκινήσει η δημιουργία της παράστασης ήταν το βιβλίο το “Αίμα της αγάπης, ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση” που είναι ο δεύτερος τόμος από τη συλλογή “Πιάνω γραφή να γράψω…” Σε αυτό το βιβλίο χαρτογραφείται το αίμα που έχει χυθεί και χύνεται ανά τους αιώνες όπως είναι δοσμένο μέσα από τη δημοτική ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια. Το αίμα απότελει και στην παράσταση το θέμα γύρω από το οποίο συνδέεται η κάθε ιστορία με την επόμενη, ξεκινώντας από μια πιο σύγχρονη ιστορία πηγαίνοντας πίσω το χρόνο, “μετρώντας” το αίμα γυναικών που έχει χυθεί στο όνομα της αγάπης, μέσα στο οποίο χώρεσε και το όνομα της τιμής και της ηθικής εκείνων των χρόνων που ίσως δεν είναι τόσο παρελθόν όσο νομίζουμε. Ένα ακόμα ιδιαίτερο στοιχείο που μας ενέπνευσε είναι πως όπως σημειώνει και ο Π.Μπουκάλας, τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν από γυναίκες για να ξορκίσουν τον πόνο και το κακό αλλά κυρίως για να διαφυλάξουν τη μνήμη εκείνων που χάθηκαν. Και για εμάς αυτό είναι ένα κομβικό σημείο να μην ξεχάσουμε όσες λείπουν και το γιατί λείπουν. Στην πορεία του χτισίματος της παράστασης εντάξαμε και το βιβλίο “Μηλιά μου αμίλητη” (Π.Μπουκάλας) στο κομμάτι πια του πυρήνα της “αγίας ελληνικής οικογένειας” που είναι έτοιμη να σε κατασπαράξει εάν παρεκκλίνεις από τους κανόνες, αν για παράδειγμα αγαπήσεις άλλον από εκείνον που σου ορίστηκε. Μέσα σε αυτό το βιβλίο συμπυκνώνεται ένα συλλογικό τραύμα που σέρνεται από γενιά σε γενιά, “έτσι το έχουμε εδώ – πάππου προς πάππου, έτσι το βρήκαμε έτσι θα το αφήσουμε”. (Δήμητρα Ταρούση)
-Το έργο της Γεωργίας Λαλέ “Flag”, που είναι σύμβολο για τις γυναικοκτονίες και εκφράζει το συλλογικό τραύμα, πώς παίρνετε την πρωτοβουλία να ενταχθεί στο έργο σας; Πείτε μας δύο λόγια.
Το έργο-σύμβολο της Γεωργίας Λαλέ “Flag” εντάχθηκε στο έργο μας μέσα από έναν διάλογο που είχαμε την τύχη να ανοίξουμε μαζί της ως ομάδα∙ άνθρωπος με άνθρωπο, καλλιτέχνης με καλλιτέχνη. Η πρωτοβουλία αυτή γεννήθηκε σχεδόν αναπόφευκτα, γιατί όλοι μας υπάρχουμε μέσα σε μια κοινωνία με ακραίες, πολλές φορές απάνθρωπες συνθήκες. Κάποια στιγμή γυρίζεις το κεφάλι δεξιά κι αριστερά και φωνάζεις: “Μα καλά, δεν βλέπετε;” και κάπου εκεί στις φωνές ακούσαμε την φωνή της Γεωργίας.
Το Flag εμφανίζεται με έναν τρόπο που αναγκάζει τον θεατή να έρθει αντιμέτωπος με τα ίδια τα πλαίσια που έχει οικοδομήσει. Να νιώσει, έστω στιγμιαία, τη γεύση του θανάτου και του τραύματος που κουβαλά μια “σημαία” όταν αυτή μετατρέπεται, δυστυχώς, σε σύμβολο ενός έθνους που σκοτώνει. Απέναντι σε αυτή τη σημαία στεκόμαστε όλοι όσοι προσπαθούμε να αποτινάξουμε τις πατριαρχικές νόρμες. Και το γράφω αυτό εγώ, παρ’ ότι δεν έχω βιώσει τον φόβο του να περπατάς μόνος τη νύχτα. Εγώ, ένας τυχερός που δεν γεννήθηκα γυναίκα. (Χάρης Φραγκούλης)
-Η αντίληψη ότι η αγάπη πονάει ή ματώνει, δεν έχει ξεριζωθεί από την κοινωνία που ζούμε. Το αίμα είναι βασικό στοιχείο της παράστασης, πώς και γιατί το επιλέγετε;
Το αίμα είναι βασικό στοιχείο της παράστασης και όποιος έχει δει ή θα δει την παράσταση καταλαβαίνει ότι από την πολύ αρχή δίνεται αυτό το στοιχείο. Θέλουμε δηλαδή να μιλήσουμε για το τόσο αίμα που έχει χυθεί και χύνεται ανά τους αιώνες – και είναι το αίμα που “ξεπλένεται” πίσω από τη λέξη αγάπη. Θυμάμαι ακόμα πολύ έντονα τη φράση “όποιος αγαπάει παιδεύει” και από μικρή δεν καταλάβαινα γιατί, πώς εκπαιδευτήκαμε να κανονικοποιούμε τον πόνο και το φόβο μέσα στις σχέσεις, τις ερωτικές και τις οικογενειακές. Μέσα στη διαδικασία δημιουργίας της παράστασης γράψαμε και εμείς οι ίδιοι και ζητήσαμε κι από έναν κλειστό κύκλο φίλων να μας αφηγηθούν την πρώτη φορά που θυμούνται να είδαν πολύ αίμα στη ζωή τους, καθώς και μια ιστορία ενηλικίωσης. Το υλικό που συγκεντρώσαμε ήταν πραγματικά φοβερό και το πιο φοβερό είναι πως έχουμε θαμμένα πράγματα πολύ τραγικά που μας έχουν συμβεί και τα έχουμε “κουκουλώσει” για να αντέξουμε και να πάμε παρακάτω. Στην παράσταση θέλουμε να ανοίξουμε τα χαρτιά μας, για αυτό και το τόσο αίμα, να κοιτάξουμε τις πληγές μας κατάματα και να τις αγκαλιάσουμε. Στις ιστορίες που αφηγούμαστε υπάρχουν κομμάτια και των δικών μας ιστοριών ή των ιστοριών φίλων μας και σίγουρα υπάρχουν κομμάτια και των ανθρώπων που έρχονται να δουν την παράσταση και μοιραζόμαστε μαζί τους αυτές τις ιστορίες. Αναρωτιόμαστε λοιπόν από κοινού για το πώς μάθαμε να αγαπάμε και χτίζουμε ένα σύμπαν – χάδι στις πληγές και τα τραύματά μας, όπως χάδια είναι και τα ποιήματα του Τσιμάρα Τζανάτου και της Audre Lorde που χρησιμοποιούμε επίσης στην παράσταση. (Δήμητρα Ταρούση)
-Ποιο αποτύπωμα θέλετε να έχει η παράσταση και -κατ’επέκταση- η τέχνη σας στον θεατή; Η τέχνη είναι ένα μέσο λύτρωσης, συλλογικής αναβίωσης τραυμάτων ή θεωρείτε ότι μπορεί και να ταράξει τα νερά της κοινωνίας;
Θέλαμε – και συνεχίζουμε να θέλουμε – να μιλάμε για ό,τι μας πικραίνει καθημερινά. Χρόνια τώρα. Αυτό στο οποίο δώσαμε πραγματική σημασία ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα το επικοινωνήσουμε. Δεν θέλαμε άλλη μια καταγγελία· όχι γιατί δεν χρειάζεται, αλλά γιατί επιλέξαμε να στοχεύσουμε πιο πίσω από τα θύματα και τα γεγονότα. Η τέχνη — ή, πιο συγκεκριμένα, εμείς μέσα από την τέχνη μας — επιχειρούμε να μιλήσουμε για την αιτία του προβλήματος, για τη ρίζα του κακού. Για το πώς χωρίστηκαν οι κανόνες των φύλων, οι αδυναμίες, τα δικαιώματα και οι ευθύνες τους. Για ένα ισοζύγιο που όλοι γνωρίζουμε πως γέρνει — όλοι. Βρισκόμαστε πια στην τρίτη χρονιά της παράστασης. Τρίτη χρονιά που συλλογικά μιλάμε και μας ακούν να μιλάμε, για κάτι που συμβαίνει αδιάκοπα. Καθημερινά. Προχθές διάβασα για μια έφηβη στην Αθήνα που πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλει τη μητέρα της που την ξυλοκόπησε, κρατώντας στα χέρια το μωρό που είχε αποβάλει από τον ξυλοδαρμό…
Άλλη μία ιστοριούλα, ειπωμένη, χωρίς καμία τραγικότητα. (Χάρης Φραγκούλης)