Νιάλα: η απάτητη οροσειρά & η εποποιία της

Στα πλαίσια του camping Αναιρέσεις 2020 την Παρασκευή 31/7 θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ “Νιάλα, μια ξεχασμένη σελίδα της ιστορίας” και το Σάββατο 1/8 θα πραγματοποιηθεί πεζοπορία αγώνα & μνήμης στην προς το Μνημείο της Νιάλας.

Ακολουθούν επεξεργασίες & αποσπάσματα  που  παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση  της Ανοιχτής συνέλευσης ενάντια στην Πράσινη Ανάπτυξη και στα αιολικά στα Άγραφα 

Νιάλα: Ένα ιστορικοπολιτικό πλαίσιο

Η Νιάλα είναι μια όμορφη βουνοκορφή των Αγράφων, άγριο βουνό γεμάτο μεγαλεία θαρρείς πώς δεν είναι φυσικό το φκιάξιμό του. Μοιάζει σαν κάποιος ξακουστός γλύπτης να το τόρνεψε, θαυμάσιες πέτρινες κορφές, απότομες πλαγιές και γκρεμούρια, θεόρατα βράχια κολλημένα αφύσικα πάνω στο χώμα κι αυχένες για αναγκαστικό πέρασμα. Πόσοι θρύλοι δεν έχουν γίνει για τη Νιάλα! Για δράκοντες και για μυθικές νεράιδες πού φωλιάζουν στις απόκρημνες πλαγιές της Νιάλας και βγαίνουν τα καλοκαίρια και συντροφεύουν τούς τσομπάνηδες στα νυχτοβόσκια τους. Τα καλοκαίρια γεμίζει άπ’ τούς γλυκούς ήχους των κουδουνιών κι απ’ τα βελάσματα των αρνιών, απ’ τις φλογέρες και τα τραγούδια των τσομπάνηδων και το χειμώνα στέκεται βουβή κι ατάραχη μπρος στις μπόρες και τις καταιγίδες. Μονάχα τα κοράκια, τ’ άγριοπούλια και τ’ άγριοζούλαπα τη συντροφεύουν στη βαριά μοναξιά της. Η Νιάλα είναι βασίλισσα των Αγράφων. Στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, ο λαός είχε πλάσει ένα μύθο για τη Νιάλα που του θέρμαινε την ψυχή στο βαρύ χειμώνα της σκλαβιάς. Λέγανε τάχα πώς στη Νιάλα υπάρχει μια πελώρια σπηλιά, απάτητη από άνθρωπο, που κατοικεί ένας δράκος. Ο δράκος μισούσε τούς Τούρκους κι όταν έπαιρναν το δρόμο ν’ ανεβούνε κατά τ’ “Άγραφα τούς κύλαγε μεγάλες κοτρώνες και τούς ανάγκαζε να γυρνάνε πίσω. Κι oι Τούρκοι δεν κατάφερναν να πατήσουν τη Νιάλα. Και τα γύρω άγραφοχώρια ποτές δεν τάγραψαν στα «κιτάπια» τους.

Γράφει ο παρών σ’ αυτήν την πορεία Μενέλαος Μούστος (Δάφνης) στο έργο του «Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό», που επανεκδόθηκε με φωτοανατύπωση πρόσφατα από τη «Σύγχρονη Εποχή».

***

Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης συχνά αναπαράγεται ως μια περίοδος «εθνικής» ενοποίησης στον αγώνα εναντίον του κατακτητή. Βέβαια με μια γρήγορη ματιά στην ιστορική περίοδο δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδήμων της ιστορικής επιστήμης για να αντιληφθεί ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ένα ενωμένο «έθνος» που αντιστεκόταν. Αντίθετα, την Αντίσταση οργάνωσε κατά βάση το ΚΚΕ, μέσω της δημιουργίας του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, το οποίο έθεσε τα θεμέλια για την αντιστασιακή δράση του λαού σε πόλεις και στην ύπαιθρο. Αντίσταση η οποία συσπείρωσε μεγάλα κομμάτια των πληττόμενων στον αγώνα για την επιβίωση, αλλά και στο πρόσταγμα μιας καλύτερης ζωής, που άρχισε να παίρνει τη μορφή λαοκρατικών θεσμών στην Ελεύθερη Ελλάδα της υπαίθρου. Έτσι παρά τις αντιφάσεις της γραμμής του «εθνικοαπελευθερωτικού» αγώνα, η μαζική κίνηση του λαού, κατάφερε να δημιουργήσει επαναστατική κατάσταση σε μια κοινωνία που ξαναγεννιόταν απ’ τις στάχτες της. Όμως, σε αυτή την εικόνα της «εθνικής αντίστασης», λείπει το υπόλοιπο «έθνος», δηλαδή η αστική τάξη. Την περίοδο ανάπτυξης της αντίστασης του λαού και παρά τις εκκλήσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ (που είχαν την αυταπάτη για την ανάπτυξη κοινού αντιφασιστικού αγώνα με τη «δημοκρατική αστική τάξη») η αστική τάξη της χώρας, είτε είχε καταφύγει στο Κάιρο με την εξόριστη κυβέρνηση, είτε απαντούσε αρνητικά στην αναγκαιότητα ανάπτυξης αντιστασιακής δράσης- γιατί δεν υπήρχαν οι αναγκαίοι όροι για την επιτυχία της, είτε ακόμα συνεργαζόταν ανοιχτά με τον κατακτητή

Αυτό το χωρισμένο σε διαφορετικά στρατόπεδα «έθνος» ή στην πραγματικότητα αυτές οι αντιπαραθετικές και αντιπαρατιθέμενες τάξεις, ήταν που οδηγήθηκαν στις συγκρούσεις των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου. Ενός εμφυλίου, που ονομάστηκε και νοηματοδοτήθηκε απ’ τους νικητές του.

Ενός εμφυλίου, που αν είχαν νικήσει οι ηττημένοι του, θα τον ονόμαζαν Επανάσταση.

Ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ και η ανασυγκρότηση της Εθνοφυλακής επέτρεψαν στην κυβέρνηση και στα βρετανικά στρατεύματα να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της χώρας επιβάλλοντας, σε συνεργασία με διάφορες παραστρατιωτικές φιλοβασιλικές οργανώσεις (που στην πλειοψηφία τους είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή την περίοδο της Κατοχής), τη «λευκή τρομοκρατία», αρχικά στην ύπαιθρο και σταδιακά και στις πόλεις. Μία από τις μεγαλύτερες αντικομουνιστικές οργανώσεις που πρωταγωνίστησαν στις διώξεις και τις επιθέσεις κατά των ΕΑΜιτών ήταν η «Χ» με αρχηγό το Γρίβα, ο οποίος είχε υπηρετήσει το καθεστώς Μεταξά και συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατακτητές αναλαμβάνοντας μια θέση στο Γενικό Επιτελείο. Με βασικό της στόχο την «καταπολέμηση του κομμουνισμού» η «Χ» χρηματοδοτήθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής από αστούς (όταν ακόμα αποτελούσε μια μικρή παραστρατιωτική οργάνωση), ενώ όταν μαζικοποιήθηκε -μετά την Απελευθέρωση- με την ένταξη κακοποιών, ταγματασφαλιτών και άλλων δοσίλογων, εξοπλίστηκε και από το βρετανικό στρατό. Μετά τα Δεκεμβριανά και ενώ είχε δημιουργήσει παραρτήματα ενόπλων σε ολόκληρη τη χώρα, συνεργαζόταν με τις τοπικές αρχές, την Εθνοφυλακή και τη Χωροφυλακή σε επίπεδο που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν οι Χίτες από το επίσημο κράτος. Το κύμα βίας που ξέσπασε παράλληλα σε όλη τη χώρα από το κράτος, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, τη «Χ» και τις τοπικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, προκειμένου το μετακατοχικό καθεστώς να επανακτήσει τον έλεγχο από το ΕΑΜ, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, καθιστούσε επισφαλή όχι μόνο την πολιτική παρουσία, αλλά και την ίδια την ύπαρξη των αγωνιστών του ΕΑΜ. Εκτός από την ανεξέλεγκτη αντικομμουνιστική βία, οι αγωνιστές του ΕΑΜ και οι αποστρατευμένοι αντάρτες του ΕΛΑΣ, δέχθηκαν δικαστικές διώξεις, οι οποίες βασίζονταν στην ασάφεια των ρυθμίσεων της Συμφωνίας της Βάρκιζας σχετικά με το περιεχόμενο χορήγησης αμνηστίας. Έτσι λοιπόν, αφού μέχρι το Σεπτέμβριο του 1945 είχαν διενεργηθεί συλλήψεις 15.000 αγωνιστών του ΕΑΜ, με προσχηματικές κατά κανόνα καταγγελίες και αφού μέχρι το Μάρτη του 1946 είχαν σημειωθεί 1.289 φόνοι, 6.671 τραυματισμοί, πάνω από 30.000 βασανισμοί και σχεδόν 20.000 καταστροφές και λεηλασίες γραφείων ή κατοικιών, ένας σημαντικός αριθμός πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να καταφύγει πάλι στα βουνά (κυρίως στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία) συγκροτώντας «Ομάδες Καταδιωκόμενων Δημοκρατικών Αγωνιστών», ενώ περίπου 6.000 στρατιωτικά στελέχη του ΕΛΑΣ διέφυγαν στην Αλβανία και στη Γιουγκοσλαβία. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι δυνάμεις των πρώην ανταρτών που ασφυκτιούσαν στις συνθήκες της λευκής τρομοκρατίας και έβγαιναν ξανά στο βουνό, αυξάνονταν εκθετικά. Η πιο καθοριστική και καθόλα συμβολική εμφάνισή τους, έγινε ανήμερα των εκλογών της 31ης Μάρτη του 1946, με την επίθεση στο σταθμό της χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας.

Η επίθεση στο Λιτόχωρο, θεωρήθηκε από τους ντόπιους και ξένους υπέρμαχους του μοναρχοφασισμού ως η «επίσημη έναρξη» του εμφυλίου. Μόνο τότε, το ΚΚΕ (χωρίς να εγκαταλείψει την πολιτική της συμφιλίωσης και της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης), αναγκάστηκε να προωθήσει και την ένοπλη πάλη. Για τα ερχόμενα τρία χρόνια, ως και την 30η Αυγούστου 1949 (τη μέρα που σίγησαν τα όπλα στο Γράμμο) η Ελλάδα θα βυθιζόταν στη δίνη του εμφυλίου. Χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα, πάλευε για την τύχη της: ελεύθερη χώρα ή χώρα υποτελής, προσδεμένη στα άρματα των ιμπεριαλιστών συμμάχων της; Δυστυχώς για το έθνος των εργαζομένων και ευτυχώς για τους αντιπάλους του, ο αγώνας για τη ζωή και την απελευθέρωση του ανθρώπου για μια άλλη κοινωνία της δικαιοσύνης χωρίς εκμετάλλευση ηττήθηκε στρατιωτικά στο Βίτσι και στο Γράμμο. Οι πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας αυτού του τόπου όμως είχαν ήδη γραφεί και έκτοτε αποτελούν την πιο σπουδαία παρακαταθήκη στον καθημερινό αγώνα για μια κοινωνία των πολλων , για μια ζωή στο μπόι των ανθρώπων της.

Το σχέδιο «Τέρμινους

«Σκοπός των επιχειρήσεων αυτών είναι η ΕΞΟΝΤΩΣΙΣ των συμμοριτών» (χρειάστηκαν, βέβαια, άλλα τρία χρόνια πολέμου, χωρίς τελικά να γευτούν την αιμοβόρα χαρά της «εξόντωσης»…).

Στις αρχές του 1947, η αυξημένη δράση των μαχητών και μαχητριών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) κατά τους πρώτους μήνες του εμφυλίου πολέμου είχε ανησυχήσει έντονα τις αστικές πολιτικές δυνάμεις στην Αθήνα, που αναζητούσαν τρόπους αντίδρασης. Έτσι, στις 7 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση του εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού Δημητρίου Μάξιμου ενέκρινε το «Σχέδιο Τέρμινους» του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ)(, Συντάχθηκε από τον αρχηγό της εγγλέζικης αποστολής Ρόλινγκς.) που αποτελούσε την πρώτη συστηματική εκκαθαριστική επιχείρηση σε ολόκληρο τον κορμό της χώρας. Βασικό στόχος του σχεδίου ήταν ο εγκλωβισμός των μονάδων του ΔΣΕ και η εξουδετέρωση ή η εκδίωξή τους έξω από τα σύνορα της χώρας. Στο πλαίσιο του «Σχεδίου Τέριμνους», στις 5 Απριλίου 1947, τέθηκε σε εφαρμογή η «Επιχείρηση Αετός«, με την οποία επιδιωκόταν η εξόντωση των ανταρτών στην περιοχή της νότιας Πίνδου. «Η ζώνη αυτή προεκρίθη δι’ επιχειρήσεις λόγω της στρατιωτικής αξίας του υψιπέδου της Νευροπόλεως, η κατοχή του οποίου επέτρεπεν εις του Κ/Σ εκ μιας κεντρικής και δυσπροπελάστου περιοχής την ενέργειαν επιδρομών προς Θεσσαλίαν, Δυτικήν Στερεάν και την Ήπειρον.» (ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα 1946-1949).

Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος επτά ταξιαρχίες-12.000-15.000 άντρες, με την υποστήριξη πυροβολικού, αεροπορίας και ανδρών της χωροφυλακής και των παραστρατιωτικών ΜΑΔ (Μικτά Αποσπάσματα Δίωξης , ο ΔΣΕ (περίπου 2000 άντρες) παρά το γεγονός ότι αδυνατούσε να ακολουθήσει τακτικές στατικής άμυνας μπορούσε να ελίσσεται, να αποφεύγει την κύκλωση και με τη δημιουργία αντιπερισπασμών να καθυστερεί την ανάπτυξη των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Κ.Σ. περιοριζόταν στην καταστροφή υλικών βάσεων και ανεφοδιασμού του αντιπάλου, στην εκκαθάριση των χωριών από τους αριστερούς χωρικούς, στο κυνήγι άοπλων ανταρτών και άμαχου πληθυσμού. Οι «αόρατες» από τον Κ.Σ. δυνάμεις του Δ.Σ.Ε. με μια διαρκή κίνηση στον ορεινό όγκο μπορούσαν να ξεφεύγουν, όχι πάντα χωρίς απώλειες.

“…Στην άνιση μάχη που διεξήγαγε ο ΔΣΕ για τη λευτεριά, τη δημοκρατία και ανεξαρτησία, είχε την ολόπλευρη υποστήριξη του λαού. Αυτούς τους δεσμούς ΔΣΕ και λαού τούς διαπίστωναν παντού οι ιθύνοντες του μοναρχοφασισμού και οι Αμερικανοί προϊστάμενοί τους, γι’ αυτό και επίδιωξή τους ήταν να απομονώσουν το ΔΣΕ από το λαό. Κι αφού ως τότε η τρομοκρατία, οι συλλήψεις, τα στρατοδικεία, οι εκτελέσεις και η συκοφαντική εκστρατεία δεν έφεραν το αποτέλεσμα που περίμεναν, οι σκοτεινοί εγκέφαλοι επινόησαν ένα πρωτοφανές στην ιστορία σχέδιο, τη δημιουργία “νεκρών ζωνών” σε μεγάλη έκταση, με την εκκένωση εκατοντάδων χωριών, το ξερίζωμα των αγροτών απ΄τις εστίες τους και το αναγκαστικό τους μάντρωμα στις πόλεις ή στα κεφαλοχώρια του κάμπου.Το αμερικανόπνευστο σχέδιο δημιουργίας “νεκρών ζωνών” άρχισε να εφαρμόζεται από τα μέσα του Μάη 1947, πριν ακόμα ο

κυβερνητικός στρατός περάσει στην τελευταία φάση των εαρινών επιχειρήσεων, με βασικό στόχο το χώρο της Κεντρικής Πίνδου.Οι δύστυχοι κάτοικοι των χωριών που συμπεριλήφθηκαν στο σχέδιο “νεκρή ζώνη” υποχρεώθηκαν να τα εγκαταλείψουν μέσα σε λίγες ώρες. Επρόκειτο για επιχειρήσεις αστραπή, που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο.

Μεγάλα τμήματα του κυβερνητικού στρατού, παρακρατικές μοναρχοφασιστικές συμμορίες και άλλες δυνάμεις κύκλωναν αιφνιδιαστικά και ασφυκτικά την καθορισμένη περιοχή, τα υποψήφια για εκκένωση χωριά. Ειδικά αποσπάσματα συγκέντρωναν τον κόσμο στο κέντρο κάθε χωριού και του έδιναν τη ρητή εντολή μέσα σε λίγες ώρες να πάρει όσα απ΄τα υπάρχοντά του μπορεί να κουβαλήσει και με την οικογένειά του να εγκαταλείψει το σπίτι του, την περιουσία του, τα χωράφια του.

Τα χωριά εκείνες τις μέρες μοιάζαν με ναυάγια. Ο καθένας έτρεχε απελπισμένος σε διάφορες κατευθύνσεις, στ’ απόκρυφα μέρη για να κρύψει, να θάψει ό,τι δεν μπορεί να πάρει μαζί του, χωρίς να είναι βέβαιος πως θα το γλυτώσει, θα το ξαναδεί στα χέρια του.

Κι αλίμονο σ’ όποιον δεν ήταν έτοιμος για εκκίνηση στην καθορισμένη ώρα ! Κινδύνευε να του προσάψουν την κατηγορία ότι σκόπιμα καθυστερεί, για να παραμείνει στο χωριό και να ενισχύσει τους αντάρτες…

Κι έβλεπε κανείς μακρόσυρτες φάλαγγες από ανθρώπους κάθε ηλικίας – γέροι, γριές, μωρομάνες με παιδιά στην αγκαλιά, τσούρμο μικρά παιδιά, οι πιο πολλοί μ’ ένα μπογαλάκι στο χέρι, άλλοι να σέρνουν τα κατοικίδια ζώα τους – με θρήνους και οδυρμούς να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, παίρνοντας το δρόμο για την πόλη, συνοδευόμενοι από ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα, που έκαναν το παν να μην ξεφύγει κανένας απ΄τη φάλαγγα και επιστρέψει στο χωριό.

Όλος ο κόσμος στοιβαζόταν σε αντίσκηνα και πρόχειρες παράγκες, με κίνδυνο να προσβληθεί από διάφορες επιδημίες.

Κι ενώ οι φάλαγγες των ξεριζωμένων αγροτών εγκατέλειπαν τόσο βιαστικά τα χωριά, οι μοναρχοφασιστικές συμμορίες, που καραδοκούσαν, ρίχνονταν απερίσπαστες στο πλιάτσικο, θησαυρίζοντας από το βιός των ξεσπιτωμένων.

Στον ορεινό όγκο των Αγράφων, η εφαρμογή του σχεδίου αυτού άρχισε πρώτα στα χωριά γύρω απ’ το οροπέδιο της Νευρούπολης. Έτσι στα γρήγορα, εκκενώθηκαν τα χωριά Νεοχώρι, Καστανιά, Μπελοκομύτι, Καρύτσα, Μπεζούλα, Μεσενικόλας, Βουνέσι, Καταφύγι, Ραχούλα, Μαστρογιάννη κ.ά.. Ο πληθυσμός τους μεταφέρθηκε στην Καρδίτσα και στο Παλιόκαστρο. Οι ξεσπιτωμένοι στοιβάχτηκαν – γεροί και άρρωστοι σε μικρές παράγκες και σε διάφορα ανθυγιεινά οικήματα. Από τη μια μέρα στην άλλη, βρέθηκαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι σε πλήρη εξαθλίωση, φυτοζωώντας με τα λίγα τρόφιμα που τους έδινε το επίσημο κράτος απ’ τα αμερικάνικα εφόδια.

Οι στρατιωτικές αρχές του αντιπάλου είχαν πάρει δρακόντεια μέτρα και δεν επέτρεπαν στους ξεσπιτωμένους να πάνε στα χωράφια και στ’ αμπέλια τους να τα καλλιεργήσουν ή να μαζέψουν τη σοδειά. Όποιος τολμούσε να εγκαταλείψει την παράγκα για να πάει στο βιος του συλλαμβάνονταν, παραπέμπονταν στο στρατοδικείο, με την κατηγορία του “ανταρτοτρόφου”.

Με τον τρόπο αυτό που συνοπτικά σημείωσα παραπάνω, μέσα σε λίγες μέρες, στα τέλη Μάη-αρχές Ιούνη 1947, είχε πια δημιουργηθεί μια απ΄ τις πρώτες “νεκρές ζώνες” στ’ Άγραφα κι αργότερα πολλές ακόμα. “

(αυτό ακολούθησε του Χρονικού της Νιάλας μέχρι τότε οι αγριότητες των χωριών γινόταν με βομβαρδισμούς και κάψιμο των χωριών ,συλλήψεις –εκτελέσεις –φυλακίσεις- βασανισμοί των ανταρτών και αυτών που τους στήριζαν )

Ή «Νιάλα» είναι μια λαμπρή σελίδα άπ’ τη θρυλική εποποιία του Δ.Σ.Ε.. “Ας κάνουμε όλοι το καθήκον μας. Ό πλούσιος, ό αιματηρός αγώνας, ό σκληρός κι ανελέητος πόλεμος πού έκανε ό Δ.Σ.Ε. και ο ελεύθερος λαός που συντάχτηκε μαζί του για να λευτερώσει την Ελλάδα, πρέπει να μαθευτεί παντού. Είναι ένα σοβαρό καθήκον. “Ας το ξεπληρώσει ό καθένας όπως μπορεί καλύτερα.

 

Το χρονικό μιας εποποιίας

Πάσχα 1947 στη Νιάλα των Αγράφων.

Με περίπου 400 μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ από την Καρδίτσα, ακολουθούμενοι από εκατοντάδες καταδιωκόμενους πολίτες, δίνουν μια από τις πλέον σκληρές μάχες τους, ώσπου βγήκαν από τον κλοιό του αστικού στρατού, νικητές μεν, με απώλειες δε.

Ό,τι ακολούθησε συνιστά μια εποποιία, την αφήγηση της οποίας παρέδωσε με εξαιρετικό τρόπο στις επόμενες γενιές ο παρών σ’ αυτήν την πορεία Μενέλαος Μούστος (Δάφνης) στο έργο του «Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό».

«Είναι 9 του Απρίλη. Το τάγμα θα συγκεντρωθεί στα Πετρίλια και, ανάλογα με την κατάσταση και τα περάσματα που μείνανε ακόμα ανοιχτά, θα κανονιστεί η πορεία του ελιγμού μας.

Είμαστε νηστικοί. Άρχισε να ψιλοβρέχει κιόλας και να τραβάει ένας τσουχτερός κρύος αέρας, όταν ξεκινήσαμε για τα Πετρίλια. Ο δρόμος όλος είναι γεμάτος βράχια. Κατσάβραχα. Σκοντάφτουμε σε κάθε βήμα. Πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε. Μαρτύριο. Κι η βροχή δυναμώνει και μας τρυπάει ως το κόκαλο. Βαδίζουμε σκυφτοί και σιωπηλοί, όσο παίρνει πιο γρήγορα, για να φτάσουμε απόψε στα Πετρίλια χωρίς καθυστέρηση και να ενωθούμε με το τάγμα μας.

Αργά τα μεσάνυχτα φτάσαμε. Λαχταρούσαμε να βρούμε τουλάχιστο εδώ δυο μπουκιές να φάμε. Η επιμελητεία μας όμως δεν έχει τίποτα. Θα σφίξουμε πιο πολύ τα λουριά μας και θα κάνουμε κουράγιο. Η διμοιρία μας ταχτοποιήθηκε σ’ ένα ντάμι, που το ‘παιρνε απ’ ολούθε ο αγέρας. Ζαρώσαμε ο ένας κοντά στον άλλον κι ένα γλυκό μούδιασμα απ’ την κούραση τύλιξε όλο μας το σώμα, και κοιμηθήκαμε βαθιά ως την αυγή.

Αφήνουμε πίσω μας τα Πετρίλια με τα πέτρινα σπίτια και τα καλντερίμια τους, με τις καλύβες και τα μαντριά. Βασανιστική η πορεία. Κι εδώ κατσικόδρομοι. Και βράχια, βράχια ατέλειωτα. Η αντάρα σηκώθηκε και μπροστά μας φαίνεται η «Αφορισμένη». Φτάσαμε και σ’ αυτήν. Ολογύρω βουνά και πέτρες, χωρίς ούτε ένα δέντρο να κρυφτείς, να προκαλυφτείς. Να ‘τα, έφτασαν τα εχθρικά αεροπλάνα. Πιάνουμε τα βράχια. Πριν προλάβουμε, αρχίζει ο βομβαρδισμός. Ρίχνουν, ρίχνουν στο βρόντο αμερικάνικες βόμβες που τις πληρώνει απ’ το πετσί του ο λαός μας. Βαγκανίζουν οι πέτρες και τα βράχια, καθώς συντριμμιάζονται απ’ τις βόμβες.

Μας ήρθαν λίγα παξιμάδια κι έγινε σωστό πανηγύρι. Μόλις τα μοίρασαν, τα ροκανάμε με λαιμαργία. Τρεις μέρες είχαμε να δούμε ψωμί. Και ήρθανε στην κατάλληλη στιγμή, που ξεκινούσαμε για καινούργια πορεία προς τα Βραγγιανά. Τα πόδια μας όμως έχουν πληγιάσει από τις πέτρες. Πού παπούτσια! Οι περισσότεροι τα ‘χουν τυλιγμένα με γουρουνοτσάρουχα. Τ’ άρβυλα που αρπάζαμε απ’ τον εχθρό δεν φτάνανε για όλους.

Μπαίνουμε στο χωριό. Τι γίνεται εδώ; Κόσμος. Λαός πολύς. Άντρες, γυναίκες, παιδάκια, γερόντοι, γριές και νιες μάς κυκλώνουν από παντού, σαν τη μοναδική τους ελπίδα, σαν τη μοναδική σανίδα σωτηρίας.

Σ’ ένα σπίτι των Βραγγιανών είναι συγκεντρωμένοι καμιά εικοσαριά άνθρωποι. Η διοίκηση του τάγματος, οι διοικήσεις των λόχων και των διμοιριών και τα πολιτικά στελέχη της οργάνωσης. Ο Βασίλης Τσιρώνης, γραμματέας του ΚΚΕ της Επιτροπής Πόλης Καρδίτσας, η Βαγγελιώ Κουσάντζα, μέλος της Επιτροπής, ο Βαγγέλης Ταγκούλης, μέλος της Νομαρχιακής του ΕΑΜ Καρδίτσας, ο Σούλας απ’ το Γραφείο Περιοχής του Κόμματος στη Θεσσαλία κι άλλοι. Γίνεται σύσκεψη για την κατεύθυνση του ελιγμού μας.

Ο διοικητής του τάγματος τους εξηγεί την κατάσταση: «Ο εχθρός θέλει να μας εξοντώσει οπωσδήποτε. Γι’ αυτό, κινεί μια ταξιαρχία από το Καρπενήσι προς τα Άγραφα, άλλη ταξιαρχία από Καρδίτσα προς τα Άγραφα και τρίτη ταξιαρχία από Άρτα προς Αργιθέα. Έτσι, μας βάζει σε κλοιό. Όμως εμείς πρέπει να ελιχθούμε, να ξεφύγουμε».

Πλησίασε στο χάρτη και άρχισε.

— Να, σύντροφοι, το δικό μου σχέδιο. Θα περάσουμε απ’ τη Νιάλα. Θα φτάσουμε στη Σιάικα, στο Καροπλέσι κι από κει κατ’ ευθείαν στη Βουργάρα. Στη Βουργάρα θα βρούμε το Γενικό και το Αρχηγείο Θεσσαλίας. Από κει και πέρα όλα λύνονται. Πέστε ανοιχτά τη γνώμη σας. Εμείς αποφασίζουμε για την τύχη τόσων ανθρώπων. Κι η απόφασή μας δεν κάνει να είναι αβασάνιστη.

— Συμφωνάμε με το σχέδιο του διοικητή. Οι πολίτες πού θα βαδίζουν; Στην ουρά της φάλαγγας;

— Αν τους βάλουμε στο τέλος, δε θα είμαστε σε θέση να τους προστατέψουμε. Όχι. Θα τους δώσω σειρά πίσω απ’ το δεύτερο λόχο κι οπισθοφυλακή θα ‘χω τον 3ο λόχο.

12 του Απρίλη…

Βραδιάζει (…) η φάλαγγα συνταγμένη ξεκινάει για τη Νιάλα.

Κάνει τσουχτερό κρύο, κι ας είναι Απρίλης μήνας. Προχωράμε σ’ έναν αδιάβατο ανήφορο και βρέχει με το ασκί. Έχει πέσει πυκνή ομίχλη και αντάρα, που δε βλέπεις ούτε το διπλανό σου. Πώς να περάσουν ζώα σε τέτοιο κακοτράχαλο δρόμο; Συχνά αναγκάζονται να σταματάνε οι μεταγωγικοί, να ξεφορτώνουν και να ξαναφορτώνουν, να σιάζουν τις μεριές. Πόσο απότομες είναι οι πλαγιές. Η φάλαγγα απλώνεται σα φίδι, ελίσσεται και στριφογυρίζει γύρω απ’ τη Νιάλα, έτσι όπως πάει το μονοπάτι καγκέλια-καγκέλια κι ύστερα, σαν ψηλώνει, παίρνει ευθεία γραμμή. Όσο προχωράμε, η βροχή δυναμώνει και το κρύο γίνεται πιο διαπεραστικό. Κι όμως, πρέπει να περάσουμε νικώντας κι αυτή τη φύση.

Η Νιάλα ορθώνεται τώρα μπροστά μας περήφανη κι αγέρωχη. Μας κοιτάζει, σα να μας λέει: Κουράγιο. Να ‘μαι. Φτάσατε! Εμείς όμως βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της πορείας. Τα στριφογυρίσματα του δρόμου είναι ατέλειωτα. Γυρίζουμε, ανεβαίνουμε και, περίεργο, σα να βρισκόμαστε πάντα στο ίδιο μέρος. Ανηφορίζουμε αγκομαχώντας. Τα χαλίκια μας τρυπάνε τα πόδια, που αρχίζουν τώρα να γίνονται πιο βαριά. Κρύο. Διαβολεμένο κρύο κι είναι Απρίλης.

Ένας δυνατός παγωμένος αέρας σφυρίζει στ’ αφτιά μας. Η αντάρα πότε σηκώνεται και καθαρίζει η ατμόσφαιρα, πότε ξαναπέφτει βαριά και σκοτεινιάζει. Πίσω απ’ τα μαύρα σύννεφα ο ήλιος παίζει το κρυφτούλι. Να, μόλις ξεμύτισε. Και μπροστά μας στέκεται η Νιάλα ατάραχη. Ολόγυμνη, κατάλευκη. Απριλιάτικα, αντί να ντυθεί το πράσινο φόρεμά της, ντύθηκε άσπρο. Τι κακό είν’ ετούτο, να ρίχνει χιόνι φοβερό τον Απρίλη!

Ένας στενός κατσικόδρομος σαν κλωστίτσα. Κι από κάτω γκρεμός. Λίγο παραπάτησες ή γλίστρησες, πήγες στο χαμό. Δε μένει ούτε κομματάκι απ’ το σώμα σου. Κοιτάζεις και σε πιάνει ίλιγγος.

Σκυφτοί απ’ την κούραση, φορτωμένοι τους γυλιούς με τις ελάχιστες σφαίρες και τα εσώρουχά τους με τα όπλα τους στον ώμο, προχωράνε μέσα στην άγρια καταιγίδα οι μαχητές του τάγματος.

Τώρα άρχισε να διακρίνεται καθαρά η κορυφή. Πανύψηλη. Όλο τσουγκάρι και πέτρα. Μόνο ρίγανη και μούσκλα φυτρώνουν πάνω στα βράχια της και τίποτα άλλο. Μια παράξενη νοσταλγία με έπιασε τούτη τη δύσκολη ώρα. Το χιόνι, που πέφτει πιο πυκνό, διακόπτει τη νοσταλγία. Ο αυχένας αρχίζει να κοντοζυγώνει, μα είναι ακόμα μακριά. Θέλει δρόμο, ανήφορο πολύ. Κι εμείς δεν μπορούμε άλλο, αποκάμαμε. Βαδίζουμε νηστικοί και ξυπόλητοι, χωρίς στάση, χωρίς ανάσα, κάτω απ’ τη βροχή και το χιόνι.

Ζυγώνουμε στον αυχένα της Νιάλας. Πάλι κόπηκε η φάλαγγα. Μια απεγνωσμένη κραυγή κι ύστερα το κατρακύλισμα στον γκρεμό. Κάποιος γλίστρησε και χάθηκε. Κόπηκαν τα ήπατα. Τρέμουν τα πόδια. Κι αν γλιστρήσω μ’ αυτά τα διαβολοτσάρουχα; Καλύτερα με τις κάλτσες. Τα βγάζω και τα πετάω.

Μια τρομερή χιονοθύελλα σηκώνεται άξαφνα από παντού. Τίποτα δε φαίνεται, μουγγρίζει μανιασμένα ο αέρας και παρασέρνει ό,τι βρει στο δρόμο του. Θέλει να μας ξεριζώσει λες απ’ τη γη.

Προχωρούμε. Ένας έπεσε ξερός. Ο διπλανός κάνει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να τον σηκώσει και μένει και κείνος κόκαλο.

Ουρλιάζει από παντού η θύελλα. Μας παίρνει και τα δίκοχα και τ’ ανεμίζει ψηλά σα φούσκες. Ο αέρας ορμητικός μπαίνει στο στόμα και το βουλώνει, στις μύτες, στα πνευμόνια. Ανασαίνουμε με δυσκολία. Παγώνει το αίμα στις φλέβες. Πόσοι βαθμοί υπό το μηδέν; Πάντως δε ζει άνθρωπος σε τέτοιο κρύο.

Το παιδάκι του Μπαρμπαράγια, που είχα πάρει στην αρχή της πορείας, σπαρταράει στην αγκαλιά της μάνας απ’ το κρύο. Το χουχουλίζει για να το ζεστάνει. Τρέχω και τ’ αρπάζω. Το τρίβω για να το συνεφέρω. Στα χαμένα. Ανοιγόκλεισε δυο-τρεις φορές το στοματάκι του, τέντωσε τα πόδια και τα χεράκια του και ξεράθηκε στην αγκαλιά μου.

Προχωράμε σα μεθυσμένοι, χωρίς να σταματάμε ούτε στιγμή. Κι άλλος έπεσε. Παγώνει η ύπαρξή σου. Ξύλιασαν και πόδια και χέρια.

— Κουράγιο σύντροφοι, κουράγιο, ακούγεται από πίσω μια ζωηρή γυναικεία φωνή, που μας συντροφεύει στη σκληρή μοναξιά. Η γνώριμη φωνή της Βαγγελιώς. Ατρόμητη μες στη φουρτούνα, τρέχει σαν άντρας στη φάλαγγα και βοηθάει τους αδύνατους, δίνει κουράγιο, εμπνέει πίστη.

Μια γυναίκα και μια κοπέλα άφησαν μια αλλόκοτη κραυγή κι έπεσαν ξερές. Κόκαλο. Η γυναίκα κι η κόρη του Μπαρμπαράγια. Δεν προλάβαμε να τους δώσουμε καμιά βοήθεια. Η καρδιά τους σταμάτησε απότομα. Πονάει η ψυχή μας.

Παγώνουν τα μέλη μας. Το κρύο χώνεται ολούθε και μουδιάζει τα πάντα, το μυαλό και το σώμα. Πόσο γερά μπορεί να ‘ναι τα νεύρα; Ένας ύπνος γλυκός ξεχύνεται στα μάτια και προσπαθεί να παραλύσει το σώμα. Είν’ ο προπομπός του ύπουλου θανάτου που παραμονεύει. Θα τον προτιμούσαμε. Μα μας θερμαίνει μια ελπίδα. Να περάσουμε τον αυχένα νικητές.

Μα τι είναι τούτο πάλι; Σίφουνας. Ένας λυσσασμένος αέρας με χιόνι μας κλείνει τα μάτια, μας κόβει την αναπνοή. Σταματάμε. Άλλοι δυο πέφτουν την ίδια στιγμή απ’ τον πάγο.

Η αλυσίδα πάλι κόβεται.

Κολασμένος βράχος!

Σπάρθηκε με τα κόκαλα ανεκτίμητων παλικαριών μας. Μα θα γίνει σύμβολο. Θα μάθει όλη η Ελλάδα το μαρτύριο που τραβήξαμε μόνο και μόνο για τη λευτεριά της. Όχι γιατί αγαπούσαμε απλά τη ζωή μας. Μα γιατί αγαπούσαμε την Ελλάδα και το λαό της. Γι’ αυτό κάναμε κουράγιο και βάλαμε τα δυνατά μας, για να φτάσουμε στο τέρμα. Κι ύστερα να συνεχίσουμε το έργο αυτών που πέθαναν για μας.

Όσο προχωράμε, τόσο πιο μανιασμένος φυσάει ο αέρας. Θα μας παρασύρει. Θα μας κατρακυλήσει στον γκρεμό. Σφίγγουμε τα δόντια και τεντώνουμε τα νεύρα μας. Τελευταία προσπάθεια. Ο ουρανός άνοιξε και ξερνάει τα σωθικά του. Κεραυνοί, αστραπόβροντα και χιόνι και αέρας και κρύο ενώνονται σε μια τρομερή συμμαχία να μας αφανίσουν. Πώς να προχωρήσουμε; Πάλι στάση. Κάθε παραπέρα προχώρηση είναι αδύνατη. Μα και κάθε παραπέρα στάση είναι θάνατος.

Προχωράμε. Μα να, άλλοι δυο πέφτουν. Τους τρίβουμε με χιόνι, τους κουνάμε, τίποτα. Πέθαναν. Κάναμε μερικά βήματα και πέφτει κι άλλος. Τι είναι τούτο; Στα καλά-καλά ο άνθρωπος, ενώ βαδίζει, να ξεραίνεται! Τουρτουρίζουμε, χτυπάμε άθελα τα δόντια. Τι περίεργο πράγμα είν’ αυτό που συμβαίνει με μας; Να σε παραφυλάει στο διάβα σου ο πιο τραγικός θάνατος.

Η πιο δύσκολη, η πιο μεγάλη στιγμή. Μπροστά μας ο αυχένας. Το κρύο αβάσταχτο. Παγώνει το σάλιο. Παγώνει η ανάσα. Τα πάντα. Κι άλλοι πέφτουν ξυλιασμένοι την τελευταία στιγμή. Τι κρίμα! Να θέλεις, να, ένα βήμα, να περάσεις εκεί που πια ο κίνδυνος σταματούσε, και να χάνεις αυτή τη στιγμή απ’ ανάμεσά σου συντρόφους σου, συμπολεμιστές σου, αδέρφια σου. Άραγε θα πιστέψουν οι άνθρωποι ότι τούτη την ώρα είμαστε ανίσχυροι να τους βοηθήσουμε;

Τώρα ακριβώς χρειάζονταν η πιο μεγάλη αντοχή, η υπερένταση. Χρειάζονταν η υπεράνθρωπη προσπάθεια. Σφιχτήκαμε. Προχωράμε αμίλητοι και σκυφτοί. Ολογύρω καταιγίδα. Είμαστε μέσα στο σίφουνα.

Ο αυχένας! Το κλειδί της σωτηρίας. Έτοιμος να δρασκελίσει ο διοικητής της φάλαγγας. Κοντοστέκεται μια μόνο στιγμή παραζαλισμένος και γυρνάει προς τη φάλαγγα.

— Άντε παλικάρια μου, άντε λεβέντες μου, φωνάζει συνεπαρμένος απ’ τον ενθουσιασμό. Ένα άλμα ακόμα και τελειώνουν όλα.

Ένα άλμα.

Μα ή φύση, λες, συμμάχησε κι αυτή με τον εχθρό να μάς αφανίσει. Βογγάνε οι λαγκαδιές, τα φαράγγια, τα διάσελα. Σειέται το σύμπαν απ’ το τρομερό μπουμπουνητό. Ο Αίολος άνοιξε τ’ ασκιά του, για να ξεχυθούν ορμητικά απ’ όλες τις μεριές οι αγέρηδες και να σηκώσουν σφυρίζοντας δαιμονισμένα σε πελώριες αδιαπέραστες στιβάδες το σπειρωτό χιόνι. Τα τσουγκάρια αντιβουίζουν και το βουητό τους μοιάζει με θρήνο, με κλάμα μωρού που ‘χασε τη μάνα του, με μοιρολόγι. Σκούζουν τρομαγμένα στις φωλιές τους τ’ άγριοζούλαπα. Τα τσουγκάρια, φοβισμένα θαρρείς κι αυτά απ’ την κοσμοχαλασιά, σκύβουν τις κορφές τους, λες για ν’ αποφύγουν τη μανία και την οργή του αγέρα. Ένας μαύρος πουπουλένιος όγκος ακουμπάει στον αυχένα και κλείνει το δρόμο. Όλα μαύρα, κατάμαυρα. Μονάχα ή σκέψη μας, ή δική μας σκέψη μένει καθαρή. Αν το κορμί τ’ αλυσοδένει ή κούραση και το μουδιάζει ή νάρκη, ωστόσο το μυαλό αντιστέκεται και δουλεύει κανονικά. Κι ή καρδιά χτυπάει τρελά, χοροπηδάει μ’ αυτή τη λαχτάρα και τον πόθο, που συμπυκνώθηκε πια σε μια λέξη: «Ένα άλμα». Ένα άλμα απ’ το θάνατο στη ζωή, στη νίκη. Όχι, δεν πρέπει εδώ στο τέλος να παραδώσουμε το πνεύμα μας. Οι νεκροί μας, πού κείτονται άταφοι στην πλαγιά της Νιάλας, μάς παραγγέλνουν να κάνουμε κι αυτό το άλμα στ’ όνομά τους, στ’ όνομα του κόμματος, στ’ όνομα της νίκης. Δε θα υποχωρήσουμε. Δε θα παραβούμε την παραγγελία των ηρώων μας. Κι ας ρίξει το καταπέτασμα ο ουρανός, κι ας ορθώσει μπροστά μας όσες φουρτούνες και θύελλες μπορεί, θα δρασκελίσουμε.

Να ‘τος, πέρασε ο πρώτος. Ο δεύτερος, ο τρίτος. Ο τέταρτος κοντοστάθηκε, ταλαντεύτηκε κι έχασε την ισορροπία του. Ποιος να ήταν; Ο Θανάσης άραγε; Μπα. Δεν είναι δυνατό να έπεσε ο Θανάσης, αυτό το ανυπόταχτο παλληκάρι

Η θύελλα κόπασε πια. Τα στοιχειά, ανίσχυρα να μας καταβάλουν, κατέθεσαν ηττημένα τα όπλα τους. Μάζεψε κι ο Δίας τους κεραυνούς του κι ο Αίολος τους αέρηδές του. Ο ουρανός γαλήνεψε και πήρε κιόλας το γαλάζιο χρώμα. Ένα καθαρό, αλλά παγερό, ανοιξιάτικο δειλινό μάς έστελνε το παρήγορο χαμόγελό του. Τα βουνά ολόγυρά μας είχαν ξαλαφρώσει οριστικά απ’ τα τελευταία απομεινάρια της ομίχλης κι ορθώνονταν τώρα αγέρωχα μ’ όλο το άγριο μεγαλείο τους. Απ’ το κοκκινωπό χρώμα που πήραν οι κορφές των βουνών, καταλαβαίνεις ότι έγερνε να βασιλέψει ο ήλιος. Η μέρα της 13 του Απρίλη του 1947 περνούσε πια στη μνήμη μας σαν μια μέρα τρομερής σύγκρουσης με τα στοιχειά της φύσης. Σαν μια μέρα σημαντικής μας νίκης.

(…) Στα καλύβια της Σιάικας, συγκεντρώνεται η φάλαγγα. Το τάγμα παρατάσσεται για προσκλητήριο κι από γύρω οι πολίτες το καμαρώνουν. Μα τι γίνεται; Στη θέση του 3ου λόχου δεν παρουσιάζεται κανένας. Ο 3ος λόχος λείπει ολόκληρος. Μια τρομερή σιωπή απλώθηκε. Πάψανε και τα γέλια κι οι φωνές και τα λιανοτράγουδα. Ανησυχία μας έπιασε όλους. Τί έγινε ο 3ος λόχος; Χάθηκε;

— Τσιρώνης! φωνάζει δυνατά ο ταγματάρχης

— !!!…

— Κουσάντζα!

— !!!…

— Χαλκιάς!

— !!!…

Απόντες, κι αυτοί λείπουν…

Ο ταγματάρχης κούνησε απελπισμένα το κεφάλι. Στο μυαλό του σχηματίστηκε η εικόνα του τι είχε συμβεί.

Ξαφνικά απ’ την κορφή της Νιάλας έφτασε ο ήχος ντουφεκιών.

Τι είχε συμβεί;

Ο λόχος του Ερμή βάδιζε στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας. Στον αυχένα σκούντησε πάνω σ’ έναν παγωμένο. Η φάλαγγα είχε κοπεί. Δρασκέλισε ο Ερμής πάνω απ’ το ξεπαγιασμένο πτώμα του συντρόφου και πέρασε στην άλλη πλαγιά, περιμένοντας το λόχο. Ο ένας υστέρα απ’ τον άλλο πέρασαν όλοι οι άντρες του, και τα 13 στελέχη της Καρδίτσας που είχε μαζί του. Ο Τσιρώνης, η Κουσάντζα, ο Γαλανίτσας κι οι άλλοι. Όμως, κατά πού να πάει; Η φάλαγγα ούτε φαίνεται ούτε ακούγεται μέσα σ’ εκείνο το κακό. Πήρε το μονοπάτι, που διακρινόταν μόλις λίγο, και προχώρησε. Πατήματα πουθενά. «Σίγουρα χάσαμε το δρόμο», σκέφτηκε. Και τώρα; Προχώρησαν ακόμα μερικά μέτρα. Και ξαφνικά αντίκρισαν αντίσκηνα.

Εχθρικά αντίσκηνα. Σκορπάνε μέσα σ’ αυτά. Τι να δουν; Φαντάροι κουκουλωμένοι με κουβέρτες και χλαίνες, είχαν μόνο τα μάτια ξεσκέπαστα και καρτερούσαν μοιρολατρικά το θάνατο. Ξυλιασμένοι κι εκείνοι, πουντιασμένοι κι οι δικοί μας.

Ούτε τους μιλάνε ούτε τους πυροβολάνε. Ούτε κι οι δικοί μας ανοίγουν τα όπλα τους. Τα όπλα συμφώνησαν αυτήν την ώρα κάτω απ’ τη βία της φύσης να μη μιλήσουν για το θάνατο. Πάγωσαν. Δε λειτουργεί τίποτα.

Βουβή ανακωχή!

(…) Έπαιρνε να ξημερώσει. Ως πότε θα κρατούσε αυτή η βουβή ανακωχή;

Σ’ ένα εχθρικό αντίσκηνο βρίσκονται ξαπλωμένοι έντεκα άνθρωποι. Ξεπαγιασμένοι, δεν νιώθουν, ούτε καταλαβαίνουν τίποτα. Δεν ακούνε τις φωνές των ανταρτών και του Ερμή: «Όλοι οι αντάρτες να βγούνε έξω από τα αντίσκηνα! Φεύγουμε για τον προορισμό μας».

Και πού βρέθηκε να περάσουν κι οι έντεκα στο ξεκομμένο απ’ τ’ άλλα αντίσκηνα και να μην τους δει κανείς; Είχε βγει ο ήλιος, όταν άρχισαν να συνέρχονται. Και συνήρθαν απ’ τις κλωτσιές και τις βρισιές των φαντάρων, που ήρθαν να πάρουν τους δικούς τους κρυοπαγημένους την άλλη μέρα το πρωί.

Η ανακωχή είχε λήξει.

Οι αγωνιστές συνήρθαν. Ξύπνησαν απ’ το λήθαργο, που τους είχε ρίξει η παγωνιά και το κρύο, και στυλώθηκαν αντίκρυ στους δήμιους τους.

Τους έδεσαν και τους έσυραν μισολιπόθυμους, απ’ τα βασανιστήρια αυτή τη φορά, στα κρατητήρια της Λαμίας. Για να γράψουν εκεί με το αίμα τους μια λαμπρή αγωνιστική σελίδα στην ιστορία του αδούλωτου λαού μας.

Μερόνυχτα μείνανε στα μπουντρούμια δεμένοι με τα σίδερα. Από την ώρα της καταδίκης τους ως τη μέρα που εκτελέστηκαν.

Στις 4 το πρωί της 9 του Μάη 1947 τούς βάλανε στ’ αυτοκίνητο για τον τόπο της εκτέλεσης. Απ’ το στόμα των παλικαριών ξεχύθηκε περήφανο ένα αυτοσχέδιο τραγούδι:

«Μα ‘δω δεν είναι θάνατος, θάνατος απ’ αρρώστια. Είναι της δόξας τα παιδιά δαφνοστεφανωμένα. Θάνατο εμείς δε βρίσκουμε και λησμονιά η γενιά μας… Για μιαν ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας…».

Στον τόπο της εκτέλεσης, η Βαγγελιώ Κουσάντζα, η απλή δασκάλα του λαού, βροντοφώναξε στους τυράννους: «Λίγος ακόμα είναι ο καιρός σας στην εξουσία. Τέτοιο είναι το κράτος σας. Ικανό να εκτελεί γυναίκες και πατριώτες. Τη θέση που δίνετε σε μας σήμερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, πολύ σύντομα θα την πάρετε εσείς (…). Ο λαός μας δε θα μας λησμονήσει. Ζήτω το ΚΚΕ!».

Και στήσανε όλοι το χορό. Το χορό της λεβεντιάς και της αθανασίας: το χορό του Ζαλόγγου. Η δασκάλα η Βαγγελιώ πρώτη τραγούδησε το «Έχετε γεια βρυσούλες». Μπροστά στο απίστευτο θέαμα, το εκτελεστικό απόσπασμα, που ήταν από φαντάρους του 106 Τάγματος, δεν πυροβόλησε. Κι αναγκάστηκαν να κουβαλήσουν δήμιους-μαυροσκούφηδες και χωροφύλακες, για να εκτελέσουν τη δολοφονία.

Τελευταία έπεσε η Βαγγελιώ Κουσάντζα. Με τρυπημένο το κορμί στεκότανε ορθή και ζητωκραύγαζε για το κόμμα. Την αποτέλειωσαν με τη χαριστική βολή.

Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες το παρακάτω γράμμα του ήρωα φοιτητή Βασίλη Τσιρώνη:

«ΛΑΜΙΑ, (θάλαμος μελλοθανάτων): Στους φίλους της Καρδίτσας-Θεσσαλίας.

Σας αφήνω, γεια! Αυτός είναι ο δρόμος της τιμής και του καθήκοντος. Φεύγω περήφανος και ικανοποιημένος, γιατί πιστεύω ότι θα συμπληρώσετε ό,τι εγώ αφήνω μισό.

Ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ!

Ζήτω η Ανεξαρτησία!

Ζήτω η Δημοκρατία!

Σας φιλώ όλους.

9/5/47 Βασίλης Τσιρώνης»».

Ένα θαλασσοδαρμένο καράβι αρματωμένο με την πίστη των ναυτών του, που υποδέχονται όρθιοι την τρικυμία, αρματωμένο με του λαού το δίκιο, διέσχισε τον ανταριασμένο πορθμό της Νιάλας ύστερα από μια αληθινή τιτανομαχία κι άνοιξε πλώρη για τ’ ανοιχτά φουρτουνιασμένα πέλαγα. Άνοιξε πλώρη για την ακτή που ‘ναι αλυσωμένη η λευτεριά.

Οι ναύτες στο κατάστρωμα χαιρετούν κι αναφέρουν:

—Το πλήρωμα ακλόνητο στις θέσεις του.

Ο καπετάνιος ατάραχος στο τιμόνι.

—Βίρα! Όλοι αγρυπνούν.

Και το καράβι σκίζει μ’ ορμή τ’ αφρισμένα κύματα και τραβάει για την ηλιόλουστη αχτή του.

 

Scroll to Top